88 αποτελέσματα για «普»

普段通り ふだんどおり

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 ως συνήθως, κατά τα καθιερωμένα

ουσιαστικό

  1. 01 κοινός τραπεζικός λογαριασμός
普通席 ふつうせき

ουσιαστικό

  1. 01 απλή θέση (σε τρένο, αεροσκάφος κ.λπ.)
普遍代数 ふへんだいすう

ουσιαστικό

  1. 01 καθολική άλγεβρα
普通小切手 ふつうこぎって

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή επιταγή, λευκή επιταγή
普通名称 ふつうめいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινό όνομα, γενικός όρος
普通校 ふつうこう

ουσιαστικό

  1. 01 σχολείο γενικής εκπαίδευσης, σχολείο γενικής κατεύθυνσης
  1. 01 καθολικός
  2. 02 ευρύς, ευρέως
  3. 03 γενικά
  4. 04 Πρωσία