418 αποτελέσματα για «有»
有る無し あるなし
άλλο
- 01 ύπαρξη ή απουσία, αν κάτι υπάρχει ή όχι, αν κάτι συμβαίνει ή όχι
有名税 ゆうめいぜい
ουσιαστικό
- 01 τίμημα της δόξας, το κόστος της αναγνωρισιμότητας
有り難み ありがたみ
ουσιαστικό
- 01 αξία, χρησιμότητα, ευλογία
有史以前 ゆうしいぜん
ουσιαστικό
- 01 προϊστορία
有り触れる ありふれる
ρήμα
- 01 είμαι κοινός, είμαι συνηθισμένος
有資格者 ゆうしかくしゃ
ουσιαστικό
- 01 καταρτισμένο πρόσωπο, πιστοποιημένο πρόσωπο, αδειοδοτημένο πρόσωπο, δικαιούχο πρόσωπο
有価証券 ゆうかしょうけん
ουσιαστικό
- 01 χρεόγραφα, αξιόγραφα (μετοχές και ομόλογα)
有徳 うとく
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ενάρετος, πλούσιος
有りそう ありそう
επίθετο
- 01 πιθανός, που αναμένεται να συμβεί
有余 ゆうよ
ουσιαστικό
- 01 λίγο παραπάνω από, κάτι παραπάνω από
- 02 περίσσευμα, πλεόνασμα, υπόλοιπο
有酸素運動 ゆうさんそうんどう
ουσιαστικό
- 01 αερόβια άσκηση, αερόβια γυμναστική
有閑 ゆうかん
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αργόσχολος, ελεύθερος από υποχρεώσεις
有情 うじょう
ουσιαστικό
- 01 αισθανόμενα όντα
- 02 ανθρωπιά, συμπόνια
有余年 ゆうよねん
άλλο
- 01 πάνω από ... χρόνια, ... και κάτι χρόνια
有りもしない ありもしない
άλλο, επίθετο
- 01 ανύπαρκτος, μη πραγματικός, φανταστικός, ψευδής
有力視 ゆうりょくし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θεωρώ κάτι ως πολύ πιθανό να συμβεί (για νίκη, επιτυχία κ.λπ.)
有線放送 ゆうせんほうそう
ουσιαστικό
- 01 ενσύρματη ραδιοφωνική ή τηλεοπτική αναμετάδοση
有縁 うえん
ουσιαστικό
- 01 σχετικός με τις διδασκαλίες του Βούδα, ικανός να σωθεί από τον Βούδα
- 02 σχετικός, συναφής
有閑マダム ゆうかんマダム
ουσιαστικό
- 01 αστή σύζυγος, κυρία της υψηλής κοινωνίας με άπλετο ελεύθερο χρόνο
有名校 ゆうめいこう
ουσιαστικό
- 01 διάσημο σχολείο ή πανεπιστήμιο