103 αποτελέσματα για «末»
末僚 ばつりょう
ουσιαστικό
- 01 χαμηλόβαθμος αξιωματούχος
末代物 まつだいもの
ουσιαστικό
- 01 ανθεκτικό αντικείμενο
末子音 まつしいん
ουσιαστικό
- 01 τελικό σύμφωνο
末端肥大症 まったんひだいしょう
ουσιαστικό
- 01 ακρομεγαλία
末端巨大症 まったんきょだいしょう
ουσιαστικό
- 01 ακρομεγαλία
末そろえ まつそろえ
ουσιαστικό
- 01 στοιχισμένος στο τέλος
末端成分 まったんせいぶん
ουσιαστικό
- 01 τελικό συστατικό
末尾方式コード まつびほうしきコード
ουσιαστικό
- 01 κωδικός τελικού ψηφίου
末端消費者 まったんしょうひしゃ
ουσιαστικό
- 01 τελικός χρήστης
末日聖徒イエスキリスト教会 まつじつせいとイエスキリストきょうかい
ουσιαστικό
- 01 Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών
末葉 すえば
ουσιαστικό
- 01 τελικά φύλλα, ανώτατα φύλλα, τελευταία φύλλα
- 02 απόγονος
末脚 すえあし
ουσιαστικό
- 01 επιτάχυνση στην τελική ευθεία
末代まで まつだいまで
άλλο, ουσιαστικό
- 01 για πάντα, αιώνια, για τις επόμενες γενιές
末弭 うらはず
ουσιαστικό
- 01 άνω άκρη τόξου
末人 まつじん
ουσιαστικό
- 01 τελευταίος άνθρωπος (ο αρχετυπικός παθητικός μηδενιστής του Νίτσε)
末期医療 まっきいりょう
ουσιαστικό
- 01 τελική φροντίδα
末期患者 まっきかんじゃ
ουσιαστικό
- 01 ασθενής τελικού σταδίου
末摘花 すえつむはな
ουσιαστικό
- 01 κνήκος (φυτό)
末節骨 まっせつこつ
ουσιαστικό
- 01 ονυχοφόρος φάλαγγα
末梢血管 まっしょうけっかん
ουσιαστικό
- 01 περιφερικό αιμοφόρο αγγείο