114 αποτελέσματα για «核»

核科学者 かくかがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνικός επιστήμονας
核実験室 かくじっけんしつ

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνικό εργαστήριο
核兵器保有量 かくへいきほゆうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 απόθεμα πυρηνικών όπλων
核保有量 かくほゆうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνικό οπλοστάσιο
核外遺伝子 かくがいいでんし

ουσιαστικό

  1. 01 πλασμαγονίδιο
核磁気共鳴映像法 かくじききょうめいえいぞうほう

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνικός μαγνητικός συντονισμός, απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού
核医学 かくいがく

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνική ιατρική
核具象構文 かくぐしょうこうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνική συγκεκριμένη σύνταξη
核化学 かくかがく

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνική χημεία
核子構造 かくしこうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 δομή νουκλεονίου
核再処理工場 かくさいしょりこうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 εργοστάσιο επανεπεξεργασίας πυρηνικών καυσίμων
核ゲノム かくゲノム

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνικό γονιδίωμα
核異性体転移 かくいせいたいてんい

ουσιαστικό

  1. 01 ισομερής μετάβαση, διάσπαση πυρηνικού ισομερούς
核燃料棒 かくねんりょうぼう

ουσιαστικό

  1. 01 ράβδος πυρηνικού καυσίμου, πυρηνική ράβδος
核の番人 かくのばんにん

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνικός επόπτης (δηλαδή ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας, ΔΟΑΕ)
核燃料プール かくねんりょうプール

ουσιαστικό

  1. 01 δεξαμενή αποθήκευσης αναλωμένου πυρηνικού καυσίμου
核内体 かくないたい

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοσώμα
核分裂性 かくぶんれつせい

ουσιαστικό

  1. 01 σχάσιμο
  2. 02 σχάσιμος, σχάσιμος
核燃料デブリ かくねんりょうデブリ

ουσιαστικό

  1. 01 πυρηνικά συντρίμμια καυσίμου
核ジャック かくジャック

ουσιαστικό

  1. 01 αεροπειρατεία πυρηνικού υλικού