90 αποτελέσματα για «格»

格落ち かくおち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποβιβασμός, πτώση σε ιεραρχική θέση
格文法 かくぶんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 γραμματική πτώσεων
格付機関 かくづけきかん

ουσιαστικό

  1. 01 οργανισμός αξιολόγησης (π.χ. πιστοληπτικής ικανότητας)
格子振動 こうししんどう

ουσιαστικό

  1. 01 ταλάντωση πλέγματος
格好の的 かっこうのまと

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 έτοιμος στόχος, εύκολος στόχος
格間 ごうま

ουσιαστικό

  1. 01 φατνώμα, κασετ, φατνωματική οροφή
格調高い かくちょうだかい

άλλο, επίθετο

  1. 01 κομψός, εκλεπτυσμένος, επιβλητικός, ευγενής, υψηλού κύρους
格が違う かくがちがう

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανήκω σε διαφορετική βαθμίδα, ανήκω σε διαφορετική κλάση, είμαι σε διαφορετικό επίπεδο, παίζω σε άλλη κατηγορία
格子状 こうしじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πλεγματωτός, καρό
  1. 01 κατάσταση, θέση, κύρος
  2. 02 βαθμός, τάξη, σειρά
  3. 03 ικανότητα, χωρητικότητα, ιδιότητα
  4. 04 χαρακτήρας, ιδιοσυγκρασία
  5. 05 υπόθεση (νομική), πτώση (γραμματική)