93 αποτελέσματα για «業»
業務分掌 ぎょうむぶんしょう
ουσιαστικό
- 01 καταμερισμός διοικητικών αρμοδιοτήτων
業績給 ぎょうせききゅう
ουσιαστικό
- 01 αμοιβή βάσει απόδοσης, πληρωμή ανάλογα με τα αποτελέσματα
業務災害 ぎょうむさいがい
ουσιαστικό
- 01 εργατικό ατύχημα, επαγγελματική βλάβη
業務補助 ぎょうむほじょ
ουσιαστικό
- 01 πρακτική άσκηση (ορκωτού λογιστή)
業務フロー ぎょうむフロー
ουσιαστικό
- 01 ροή εργασίας, επιχειρηματική ροή, ροή λειτουργίας
業務遂行 ぎょうむすいこう
ουσιαστικό
- 01 επιχειρησιακές λειτουργίες, εκτέλεση εργασίας, διεκπεραίωση καθηκόντων
業後 ぎょうご
ουσιαστικό
- 01 μετά την εργασία, εκτός ωραρίου εργασίας
業歴 ぎょうれき
ουσιαστικό
- 01 ιστορικό εταιρείας, επιχειρηματική πορεία
業沸く ごうわく
ρήμα
- 01 οργίζομαι, θυμώνω, εξοργίζομαι
業が沸く ごうがわく
άλλο, ρήμα
- 01 εξοργίζομαι, προσβάλλομαι, γίνομαι έξαλλος
業務的 ぎょうむてき
επίθετο
- 01 επαγγελματικός, λειτουργικός, διεκπεραιωτικός, ψυχρός, τυπικός
業前 わざまえ
ουσιαστικό
- 01 ικανότητα, δεξιότητα, επιδεξιότητα
業
- 01 επιχείρηση, δουλειά
- 02 επάγγελμα, κλίση
- 03 τέχνες
- 04 παράσταση, απόδοση, εκτέλεση