103 αποτελέσματα για «次»
次々週 じじしゅう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 μεθεπόμενη εβδομάδα
次々発 じじはつ
ουσιαστικό
- 01 τρίτο κατά σειρά τρένο προς αναχώρηση (από τώρα)
次丁 じちょう
ουσιαστικό
- 01 ηλικιωμένοι και ελαφρώς ανάπηροι άνδρες (σύστημα ριτσουργιώ)
次期首相 じきしゅしょう
ουσιαστικό
- 01 επόμενος πρωθυπουργός
次第次第 しだいしだい
επίρρημα
- 01 σταδιακά, σιγά σιγά, βήμα προς βήμα
次々販売 つぎつぎはんばい
ουσιαστικό
- 01 επιθετική πώληση από πολλούς διαφορετικούς πωλητές
次から次に つぎからつぎに
άλλο
- 01 το ένα μετά το άλλο, διαδοχικά
次硝酸ビスマス じしょうさんビスマス
ουσιαστικό
- 01 υπονιτρικό βισμούθιο
次高音 じこうおん
ουσιαστικό
- 01 μετζοσοπράνο
次郎 じろう
ουσιαστικό
- 01 δευτερότοκος γιος
次亜燐酸 じありんさん
ουσιαστικό
- 01 υποφωσφορώδες οξύ
次亜臭素酸 じあしゅうそさん
ουσιαστικό
- 01 υποβρωμιώδες οξύ
次亜ヨウ素酸 じあヨウそさん
ουσιαστικό
- 01 υποϊωδιώδες οξύ
次亜リン酸 じあリンさん
ουσιαστικό
- 01 υποφωσφορώδες οξύ
次亜塩素酸 じあえんそさん
ουσιαστικό
- 01 υποχλωριώδες οξύ
次姉 じし
ουσιαστικό
- 01 η αμέσως μεγαλύτερη αδελφή μου, η δεύτερη κατά σειρά μεγαλύτερη αδελφή
次元削減 じげんさくげん
ουσιαστικό
- 01 μείωση διαστάσεων
次中音 じちゅうおん
ουσιαστικό
- 01 τενόρος
次回作 じかいさく
ουσιαστικό
- 01 επόμενο έργο (ταινία, βιβλίο, κ.λπ.), συνέχεια
次列 じれつ
ουσιαστικό
- 01 δευτερεύοντα πτερά
- 02 δεύτερη σειρά, δεύτερη κατάταξη