127 αποτελέσματα για «残»
残花 ざんか
ουσιαστικό
- 01 τελευταίο άνθος που απομένει ανθισμένο
残圧計 ざんあつけい
ουσιαστικό
- 01 μανόμετρο υποβρύχιας κατάδυσης, μετρητής πίεσης φιάλης
残り物に福がある のこりものにふくがある
άλλο, ρήμα
- 01 στα περισσεύματα υπάρχει ευλογία, το καλύτερο φυλάσσεται για το τέλος, η τύχη ευνοεί αυτό που έμεινε πίσω
残忍冷酷 ざんにんれいこく
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 απάνθρωπος και αδίστακτος, σκληρός, κτηνώδης, ανελέητος
残生 ざんせい
ουσιαστικό
- 01 το υπόλοιπο της ζωής κάποιου
残忍非情 ざんにんひじょう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 εντελώς αναίσθητος, αποτρόπαια βάναυσος, σκληρός και απάνθρωπος
残り物に福あり のこりものにふくあり
άλλο
- 01 βρίσκεται αναπάντεχη τύχη σε ό,τι άφησαν οι άλλοι πίσω τους, το τελευταίο είναι και το καλύτερο, κρύβεται καλή τύχη στα περισσεύματα
残便感 ざんべんかん
ουσιαστικό
- 01 αίσθημα ατελούς κένωσης (εντέρου), αίσθημα μη ολοκληρωμένης αφόδευσης, αίσθημα δυσκοιλιότητας
残差 ざんさ
ουσιαστικό
- 01 υπόλοιπο
残炎 ざんえん
ουσιαστικό
- 01 παρατεταμένη ζέστη του καλοκαιριού
- 02 φλόγα που απομένει
残疾 ざんしつ
ουσιαστικό
- 01 μερικώς ανάπηρο άτομο (σύστημα ριτσουριό)
残寒 ざんかん
ουσιαστικό
- 01 παρατεταμένο κρύο (ακόμα και μετά την έναρξη της άνοιξης), παρατεταμένος χειμώνας
残戸 ざんこ
ουσιαστικό
- 01 αδιάθετο διαμέρισμα (συνήθως νεόδμητο), απομείναντα διαμερίσματα (αδιάθετα)
残らず のこらず N2
επίρρημα
- 01 όλα, εντελώς, πλήρως, χωρίς εξαίρεση
残った のこった
άλλο, επιφώνημα
- 01 υπόλοιπος, που περισσεύει
- 02 παραμένεις ακόμα μέσα, όχι ακόμα
残余額 ざんよがく
ουσιαστικό
- 01 υπόλοιπο
残品整理 ざんぴんせいり
ουσιαστικό
- 01 ξεκαθάρισμα αποθεμάτων
残柱 ざんちゅう
ουσιαστικό
- 01 κολώνα
残喘 ざんぜん
ουσιαστικό
- 01 το υπόλοιπο της ζωής κάποιου
残留性有機汚染物質 ざんりゅうせいゆうきおせんぶっしつ
ουσιαστικό
- 01 ανθεκτικός οργανικός ρύπος, ΠΟΠ