102 αποτελέσματα για «母»
母音動詞 ぼおんどうし
ουσιαστικό
- 01 φωνηεντικό ρήμα, ρήμα ίτσινταν
母屋桁 もやげた
ουσιαστικό
- 01 τεγίδα (δομικό δοκάρι σε στέγη)
母刀自 おもとじ
ουσιαστικό
- 01 μητέρα
母父 あもしし
ουσιαστικό
- 01 γονείς, πατέρας και μητέρα
母分散 ぼぶんさん
ουσιαστικό
- 01 πληθυσμιακή διασπορά
母性効果 ぼせいこうか
ουσιαστικό
- 01 μητρική επίδραση
母乳栄養 ぼにゅうえいよう
ουσιαστικό
- 01 θηλασμός, μητρικός θηλασμός
母者人 ははじゃひと
ουσιαστικό
- 01 μητέρα
母者 ははじゃ
ουσιαστικό
- 01 μητέρα
母県 ぼけん
ουσιαστικό
- 01 νομός γέννησης, νομός καταγωγής
母文化 ははぶんか
ουσιαστικό
- 01 μητρικός πολιτισμός
母ザル ははざる
ουσιαστικό
- 01 μητέρα μαϊμού
母親らしい ははおやらしい
επίθετο
- 01 μητρικός, μητροπρεπής
母音接続 ぼいんせつぞく
ουσιαστικό
- 01 χασμωδία
母子留学 ぼしりゅうがく
ουσιαστικό
- 01 μετοίκηση μητέρας και παιδιού στο εξωτερικό για σπουδές (ενώ ο πατέρας παραμένει και εργάζεται στην Ιαπωνία)
母子感染 ぼしかんせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κάθετη μετάδοση (μόλυνση από μητέρα σε παιδί)
母液 ぼえき
ουσιαστικό
- 01 μητρικό διάλυμα
母神像 ぼしんぞう
ουσιαστικό
- 01 ειδώλιο μητέρας θεάς, άγαλμα θεάς
母斑細胞母斑 ぼはんさいぼうぼはん
ουσιαστικό
- 01 μελανοκυτταρικός σπίλος, χρωστικός σπίλος, σπίλος από σπιλοκύτταρα
母性的 ぼせいてき
επίθετο
- 01 μητρικός, σαν μητέρα