660 αποτελέσματα για «水»

水増し みずまし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αραίωση, νόθευση
  2. 02 διόγκωση (προϋπολογισμού, αξίωσης κ.λπ.), φούσκωμα
水瓶 みずがめ

ουσιαστικό

  1. 01 κανάτα νερού
水瓶 すいびょう

ουσιαστικό

  1. 01 φορητό σκεύος νερού (για πόση ή πλύσιμο)
水草 みずくさ

ουσιαστικό

  1. 01 υδροχαρές φυτό, υδρόβιο φυτό, υδροφύτο
水脈 すいみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 υδροφόρος φλέβα, υπόγειο υδάτινο ρεύμα
  2. 02 υδάτινη οδός, δίαυλος
水風船 みずふうせん

ουσιαστικό

  1. 01 νερόφουσκα
水っぽい みずっぽい

επίθετο

  1. 01 υδααρής, νερουλός, μουσκεμένος
  2. 02 πικάντικος, προκλητικός, σέξι, υπονοούμενος
水割り みずわり

ουσιαστικό

  1. 01 αραίωση αλκοολούχου ποτού (συνήθως ουίσκι ή σότσου), αλκοολούχο ποτό αραιωμένο με νερό
水害 すいがい

ουσιαστικό

  1. 01 ζημιά από νερό, πλημμύρα
水軍 すいぐん

ουσιαστικό

  1. 01 ναυτικό (ειδικότερα το ιαπωνικό ναυτικό πριν από τη δεκαετία του 1850)
水洗い みずあらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλύσιμο με κρύο νερό (χωρίς τη χρήση σαπουνιού κ.λπ.)
水質 すいしつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποιότητα νερού
水桶 みずおけ

ουσιαστικό

  1. 01 κουβάς (για νερό), κουβάς
  2. 02 δεξαμενή, δεξαμενή νερού
水飲み場 みずのみば

ουσιαστικό

  1. 01 βρύση, κρήνη, πόσιμο νερό, ποτίστρα (για ζώα)
水を引く みずをひく

άλλο, ρήμα

  1. 01 αντλώ νερό (π.χ. από ένα ποτάμι), διοχετεύω νερό σε (π.χ. ένα χωράφι, μια λίμνη), τροφοδοτώ με νερό, αρδεύω
水を得た魚 みずをえたうお

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που βρίσκεται στο στοιχείο του, ψάρι που βρήκε νερό (σαν ψάρι στο νερό)
水揚げ みずあげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεφόρτωμα (π.χ. πλοίου)
  2. 02 ψαριά (αλιεύματα), έσοδα
  3. 03 εισπράξεις (καταστήματος)
  4. 04 αποπαρθένευση (π.χ. μιας γκέισας)
  5. 05 συντήρηση (κομμένων λουλουδιών στην ικεμπάνα)
水飴 みずあめ

ουσιαστικό

  1. 01 μιζουάμε, σιρόπι γλυκόζης, σιρόπι αμύλου, σιρόπι καλαμποκιού
水仙 すいせん

ουσιαστικό

  1. 01 νάκισσος, τατσέτα (κυρίως η ποικιλία Narcissus tazetta var. chinensis), νάρκισσος
水を切る みずをきる

άλλο, ρήμα

  1. 01 στραγγίζω το νερό, απομακρύνω το νερό, στύβω το νερό