135 αποτελέσματα για «油»
油椰子 あぶらやし
ουσιαστικό
- 01 ελαιοφοίνικας (ειδικότερα ο αφρικανικός ελαιοφοίνικας, Elaeis guineensis)
油子 あぶらこ
ουσιαστικό
- 01 αμπυράκο (είδος ψαριού, γνωστό ως κίτρινο γρινλίνγκ, που συναντάται στη βόρεια Ιαπωνία)
- 02 αμπυράκο (τοπική ονομασία για το μεντάκα, το γνωστό ψάρι του ρυζιού, στην περιοχή του Κότσι)
油送船 ゆそうせん
ουσιαστικό
- 01 πετρελαιοφόρο
油砂 ゆさ
ουσιαστικό
- 01 πετρελαιοφόρος άμμος, πίσσα, ασφαλτούχος άμμος
油布 あぶらぬの
ουσιαστικό
- 01 λαδωμένο ύφασμα, λιπαρό πανί
- 02 αδιαβροχοποιημένο ύφασμα, μουσαμάς
油蟹 あぶらがに
ουσιαστικό
- 01 μπλε βασιλικός κάβουρας (Paralithodes platypus)
- 02 ριγωτός κάβουρας των ακτών (Pachygrapsus crassipes)
油瀝青 あぶらちゃん
ουσιαστικό
- 01 παραβενζοΐνη η πρώιμη
油鮠 あぶらはや
ουσιαστικό
- 01 αμμογυρίτης (Phoxinus lagowskii steindachneri)
油角鮫 あぶらつのざめ
ουσιαστικό
- 01 ακανθίας (Squalus acanthias)
油蝙蝠 あぶらこうもり
ουσιαστικό
- 01 αμπουρακόμορι, ιαπωνική νυχτερίδα του είδους Pipistrellus abramus, ιαπωνική οικιακή νυχτερίδα
油症 ゆしょう
ουσιαστικό
- 01 γιούσο (νόσος που προκαλείται από κατάποση πολυχλωριωμένων διφαινυλίων)
油送管 ゆそうかん
ουσιαστικό
- 01 πετρελαιαγωγός
油脂工業 ゆしこうぎょう
ουσιαστικό
- 01 βιομηχανία ελαίων και λιπών
油砥石 あぶらといし
ουσιαστικό
- 01 ακονόπετρα λαδιού
油層 ゆそう
ουσιαστικό
- 01 πετρελαιοφόρος στρώση
油密 ゆみつ
ουσιαστικό
- 01 ελαιοστεγανός (για στεγανοποίηση, σύνδεσμο κ.λπ.)
油田掘削施設 ゆでんくっさくしせつ
ουσιαστικό
- 01 εξέδρα άντλησης πετρελαίου
油鮫 あぶらざめ
ουσιαστικό
- 01 ακανθίας (Squalus acanthias)
油頁岩 ゆけつがん
ουσιαστικό
- 01 πετρελαιοφόρος σχιστόλιθος
油菊 あぶらぎく
ουσιαστικό
- 01 χρυσάνθεμο (Chrysanthemum indicum)