90 αποτελέσματα για «泥»
泥像 でいぞう
ουσιαστικό
- 01 πηλίνινο ειδώλιο (που ενταφιαζόταν με τους νεκρούς στην αρχαία Κίνα), πήλινο άγαλμα
泥洹 ないおん
ουσιαστικό
- 01 νιρβάνα, νιρβάνα (κατάσταση πνευματικής φώτισης και απελευθέρωσης από τον κύκλο των μετενσαρκώσεων)
泥棒回り どろぼうまわり
ουσιαστικό
- 01 δεξιόστροφη φορά (κατά το παίξιμο χαρτιών κ.λπ.)
泥パック どろパック
ουσιαστικό
- 01 μάσκα λάσπης (περιποίηση δέρματος), επίθεμα λάσπης
泥饅頭 どろまんじゅう
ουσιαστικό
- 01 λασπόπιτα
泥落とし どろおとし
ουσιαστικό
- 01 ξέστρο λάσπης, πατάκι εισόδου
泥灰土 でいかいど
ουσιαστικό
- 01 αργιλοασβεστόλιθος
泥中の蓮 でいちゅうのはす
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κάτι αγνό μέσα στη βρωμιά, ρόδο ανάμεσα σε τσουκνίδες, λωτός μέσα στη λάσπη
泥田坊 どろたぼう
ουσιαστικό
- 01 εκδικητικό πνεύμα του πρώην ιδιοκτήτη ορυζώνα (σύμφωνα με τον καλλιτέχνη Τοριγιάμα Σεκιέν)
泥
- 01 λάσπη
- 02 βάλτος
- 03 προσκολλώμαι
- 04 είμαι προσκολλημένος