92 αποτελέσματα για «洗»

洗濯ハンガー せんたくハンガー

ουσιαστικό

  1. 01 κρεμάστρα ρούχων (για το στέγνωμα των ρούχων)
洗練された せんれんされた

άλλο

  1. 01 εξευγενισμένος, καλαίσθητος, κομψός, εκλεπτυσμένος
洗濯物入れ せんたくものいれ

ουσιαστικό

  1. 01 καλάθι απλύτων, καλάθι ρούχων
洗面化粧台 せんめんけしょうだい

ουσιαστικό

  1. 01 νιπτήρας μπάνιου, έπιπλο νιπτήρα
洗掘 せんくつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάβρωση (πυθμένα ποταμού ή θαλάσσης)
洗濯指数 せんたくしすう

ουσιαστικό

  1. 01 δείκτης πλυσίματος (που υποδεικνύει πόσο κατάλληλες είναι οι καιρικές συνθήκες για το στέγνωμα των ρούχων)
洗鉱槽 せんこうそう

ουσιαστικό

  1. 01 δεξαμενή πλύσης μεταλλεύματος, σκάφη πλύσης
洗薬 せんやく

ουσιαστικό

  1. 01 πλύση, λοσιόν
洗足学園魚津短期大学 せんぞくがくえんうおづたんきだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Βραχυπρόθεσμο Πανεπιστήμιο Σεντζοκουγκακουέν Ουόζου
洗足学園大学 せんぞくがくえんだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Σενζόκου Γκακούεν
洗足学園音楽大学 せんぞくがくえんおんがくだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Μουσικό Κολέγιο Σενζόκου Γκακουέν
  1. 01 πλένω
  2. 02 ερευνώ
  3. 03 διερευνώ