115 αποτελέσματα για «活»
活軸 かつじく
ουσιαστικό
- 01 ενεργός άξονας
活性アルミナ かっせいアルミナ
ουσιαστικό
- 01 ενεργός αλουμίνα
活性化エネルギー かっせいかエネルギー
ουσιαστικό
- 01 ενέργεια ενεργοποίησης
活物寄生 かつぶつきせい
ουσιαστικό
- 01 παράσιτο
活け炭 いけずみ
ουσιαστικό
- 01 σβησμένα κάρβουνα, ζωντανά κάρβουνα συγκεντρωμένα και καλυμμένα με στάχτη
活じめ いきじめ
ουσιαστικό
- 01 φρεσκοκατεψυγμένος (π.χ. ψάρι), άμεσα κατεψυγμένος
活字ドラム かつじドラム
ουσιαστικό
- 01 τύμπανο εκτύπωσης (για εκτυπωτές κρούσης)
活字バー かつじバー
ουσιαστικό
- 01 ράβδος χαρακτήρων (κατσούτζι μπα), ράβδος εκτυπωτή
活字ホイール かつじホイール
ουσιαστικό
- 01 τροχός εκτύπωσης
活性文書型 かっせいぶんしょがた
ουσιαστικό
- 01 ενεργός τύπος εγγράφου
活性連結型 かっせいれんけつがた
ουσιαστικό
- 01 τύπος ενεργής σύνδεσης
活性部位 かっせいぶい
ουσιαστικό
- 01 ενεργός θέση
活動銀河 かつどうぎんが
ουσιαστικό
- 01 ενεργός γαλαξίας
活字書体 かつじしょたい
ουσιαστικό
- 01 γραμματοσειρά
活性水素 かっせいすいそ
ουσιαστικό
- 01 ενεργός υδρογόνος
活動過多 かつどうかた
ουσιαστικό
- 01 υπερδραστηριότητα
活褶曲 かつしゅうきょく
ουσιαστικό
- 01 ενεργή πτυχή
活性酢酸 かっせいさくさん
ουσιαστικό
- 01 ενεργό οξικό άλας
活荷重 かつかじゅう
ουσιαστικό
- 01 κινητό φορτίο (π.χ. σε γέφυρα)
活性酵素 かっせいこうそ
ουσιαστικό
- 01 ενεργό ένζυμο