147 αποτελέσματα για «浮»
浮遊生物 ふゆうせいぶつ
ουσιαστικό
- 01 πλαγκτόν
浮かれ出る うかれでる
ρήμα
- 01 βγαίνω έξω με χαρούμενη διάθεση
浮き身 うきみ
ουσιαστικό
- 01 επιπλέω ανάσκελα
浮かれ歩く うかれあるく
ρήμα
- 01 περιφέρομαι ανέμελα, κυκλοφορώ με ελαφρότητα
- 02 περιπλανώμαι άσκοπα, τριγυρίζω ανήσυχα
浮揚力 ふようりょく
ουσιαστικό
- 01 άνωση, ικανότητα πλεύσης
浮かれ男 うかれお
ουσιαστικό
- 01 γυναικάς, εραστής
浮世の習い うきよのならい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 η πορεία του κόσμου, η κατάσταση των πραγμάτων, οι αναπόφευκτες συνθήκες (της ζωής), (απλώς) έτσι έχουν τα πράγματα
浮動小数点演算 ふどうしょうすうてんえんざん
ουσιαστικό
- 01 πράξεις κινητής υποδιαστολής
浮かれ節 うかれぶし
ουσιαστικό
- 01 παραδοσιακό τραγούδι που συνοδεύεται από σαμισέν
浮生 ふせい
ουσιαστικό
- 01 φευγαλέα ζωή
浮遊法 ふゆうほう
ουσιαστικό
- 01 φλοτάζ, μέθοδος επίπλευσης
浮き巣 うきす
ουσιαστικό
- 01 πλωτή φωλιά
浮寝鳥 うきねどり
ουσιαστικό
- 01 υδρόβιο πτηνό που κοιμάται ενώ επιπλέει στο νερό
浮き寝 うきね
ουσιαστικό
- 01 ύπνος σε πλοίο
- 02 ύπνος στην επιφάνεια του νερού (για πουλί)
- 03 ανήσυχος ύπνος
- 04 ευκαιριακή συνεύρεση (π.χ. ανύπαντρο ζευγάρι)
浮言 ふげん
ουσιαστικό
- 01 αβάσιμη φήμη, ανυπόστατη διασπορά
浮世は夢 うきよはゆめ
άλλο
- 01 η ζωή είναι μόνο ένα όνειρο, και αυτό θα περάσει, όλα είναι εφήμερα
浮屠 ふと
ουσιαστικό
- 01 βούδας
- 02 στούπα
- 03 βουδιστικός ναός
- 04 βουδιστής μοναχός
浮き荷 うきに
ουσιαστικό
- 01 ναυάγιο που επιπλέει, επιπλέοντα συντρίμμια
浮動小数点演算機構 ふどうしょうすうてんえんざんきこう
ουσιαστικό
- 01 μονάδα υπολογισμών κινητής υποδιαστολής
浮流 ふりゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιπλέων, παρασυρόμενος