106 αποτελέσματα για «減»
減算器 げんざんき
ουσιαστικό
- 01 αφαιρέτης
減衰ひずみ げんすいひずみ
ουσιαστικό
- 01 παραμόρφωση εξασθένησης
減衰係数 げんすいけいすう
ουσιαστικό
- 01 συντελεστής εξασθένησης
減衰時間 げんすいじかん
ουσιαστικό
- 01 χρόνος επιβράδυνσης
減衰量 げんすいりょう
ουσιαστικό
- 01 εξασθένιση
減衰歪み げんすいひずみ
ουσιαστικό
- 01 παραμόρφωση εξασθένησης
減光フィルター げんこうフィルター
ουσιαστικό
- 01 φίλτρο ουδέτερης πυκνότητας
減車 げんしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μείωση του αριθμού οχημάτων, βαγονιών κ.λπ., μείωση των δρομολογίων οχημάτων (λεωφορείο, ταξί κ.λπ.)
減封 げんぽう
ουσιαστικό
- 01 αναγκαστική μείωση της γης ενός ντάιμιο από το Σογκουνάτο Εντό, περικοπή της επικράτειας ενός ντάιμιο
減胎手術 げんたいしゅじゅつ
ουσιαστικό
- 01 χειρουργική επέμβαση επιλεκτικής μείωσης εμβρύων, μείωση πολυδύυμης κύησης
減胎 げんたい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκλεκτική μείωση, μείωση πολύδυμης κύησης
減設 げんせつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απομάκρυνση (εξοπλισμού, εγκαταστάσεων, κ.λπ.), περικοπή, υποβάθμιση
減原発 げんげんぱつ
ουσιαστικό
- 01 μείωση της εξάρτησης από την πυρηνική ενέργεια
減輝 げんき
ουσιαστικό
- 01 υποφωτισμός (το φαινόμενο της απότομης μείωσης της φωτεινότητας ενός μετάλλου κατά τη θέρμανση, λόγω απορρόφησης θερμότητας κατά τη μετατροπή της φάσης)
減磁 げんじ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απομαγνητισμός
減歩 げんぶ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναδιανομή ιδιωτικής γης για δημόσια χρήση (π.χ. πάρκα, δρόμοι), μείωση της έκτασης ιδιωτικής γης μετά από αναδασμό, περιορισμός της ιδιωτικής γης για την απόδοσή της σε δημόσιες χρήσεις
減三和音 げんさんわおん
ουσιαστικό
- 01 ελαττωμένη συγχορδία, ελαττωμένη τρίφωνη συγχορδία
減流抵抗器 げんりゅうていこうき
ουσιαστικό
- 01 αντιστάτης περιορισμού ρεύματος
減流 げんりゅう
ουσιαστικό
- 01 μείωση ρεύματος (συνήθως ηλεκτρικού)
減枠 げんわく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μείωση (ενός επιδόματος, ορίου, ποσόστωσης κ.λπ.)