126 αποτελέσματα για «温»
温暖前線 おんだんぜんせん
ουσιαστικό
- 01 θερμό μέτωπο
温言 おんげん
ουσιαστικό
- 01 θερμά λόγια, ευγενικά λόγια
温泉源 おんせんげん
ουσιαστικό
- 01 πηγή θερμών λουτρών, πηγή ονσέν
温突 オンドル
ουσιαστικό
- 01 οντόλ (παραδοσιακό κορεατικό σύστημα θέρμανσης δαπέδου)
温熱性 おんねつせい
επίθετο
- 01 θερμικός
温製 おんせい
ουσιαστικό
- 01 ζεσταμένο πιάτο (για παράδειγμα σε εστιατόριο)
温色 おんしょく
ουσιαστικό
- 01 θερμό χρώμα, θερμή χρωματική απόχρωση, οργισμένη όψη
温蔵庫 おんぞうこ
ουσιαστικό
- 01 θερμοθάλαμος, συρτάρι θέρμανσης
温麺 うーめん
ουσιαστικό
- 01 είδος σόμεν που παρασκευάζεται χωρίς προσθήκη ελαίου, τοπικό προϊόν του νομού Μιγιάγκι, συνήθως καταναλώνεται σε ζωμό, ειδικά ζεστό τον χειμώνα
温灸 おんきゅう
ουσιαστικό
- 01 θερμή μοξαθεραπεία
温風暖房 おんぷうだんぼう
ουσιαστικό
- 01 θέρμανση με θερμό αέρα
温排水 おんはいすい
ουσιαστικό
- 01 θερμή εκροή
温罨法 おんあんぽう
ουσιαστικό
- 01 θερμό επίθεμα
温泉華 おんせんか
ουσιαστικό
- 01 τραβερτίνης
温帯林 おんたいりん
ουσιαστικό
- 01 εύκρατο δάσος
温度係数 おんどけいすう
ουσιαστικό
- 01 συντελεστής θερμοκρασίας
温度目盛 おんどめもり
ουσιαστικό
- 01 κλίμακα θερμοκρασίας
温厚寡黙 おんこうかもく
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ευγενικός και ολιγόλογος
温風暖房機 おんぷうだんぼうき
ουσιαστικό
- 01 αερόθερμο
温水タンク おんすいタンク
ουσιαστικό
- 01 θερμοσίφωνας, δεξαμενή ζεστού νερού