82 αποτελέσματα για «湯»

湯浴み着 ゆあみぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ένδυμα που φοριέται σε υπαίθρια ιαματική πηγή, ρούχο για υπαίθρια ιαματική πηγή
  1. 01 ζεστό νερό
  2. 02 μπάνιο, λουτρό
  3. 03 ιαματική πηγή, θερμή πηγή