93 αποτελέσματα για «準»
準公共財 じゅんこうきょうざい
ουσιαστικό
- 01 ημιδημόσια αγαθά
準中型免許 じゅんちゅうがためんきょ
ουσιαστικό
- 01 άδεια οδήγησης ημι-μεσαίου τύπου, άδεια οδήγησης για μικρά έως μεσαία φορτηγά κ.λπ.
準粒子 じゅんりゅうし
ουσιαστικό
- 01 ημισωματίδιο
準決 じゅんけつ
ουσιαστικό
- 01 ημιτελικός
準暴力団 じゅんぼうりょくだん
ουσιαστικό
- 01 χαλαρά οργανωμένη εγκληματική συμμορία, εγκληματική ομάδα που δεν ανήκει στη γιακούζα
準結合 じゅんけつごう
ουσιαστικό
- 01 ημισύνδεση (στη σχεσιακή άλγεβρα)
準委任契約 じゅんいにんけいやく
ουσιαστικό
- 01 σύμβαση παροχής υπηρεσιών (σύμβαση εντολής χωρίς αντιπροσώπευση), σύμβαση χρόνου και υλικών
準線 じゅんせん
ουσιαστικό
- 01 διευθετούσα
準強制性交等罪 じゅんきょうせいせいこうとうざい
ουσιαστικό
- 01 αδίκημα της κατ' επίφαση αναγκαστικής γενετήσιας πράξης (π.χ. θύμα σε κατάσταση ύπνου ή μέθης)
準強制性交 じゅんきょうせいせいこう
ουσιαστικό
- 01 ημιαναγκαστική συνουσία (π.χ. θύμα που κοιμάται ή βρίσκεται υπό την επήρεια μέθης), ημιαναγκαστική σεξουαλική επαφή
準強制性交罪 じゅんきょうせいせいこうざい
ουσιαστικό
- 01 αδίκημα αναγκαστικής σεξουαλικής επαφής λόγω μειωμένης ικανότητας αντίστασης, όπως σε περίπτωση θύματος που κοιμάται ή είναι μεθυσμένο
準備会 じゅんびかい
ουσιαστικό
- 01 προπαρασκευαστική συνάντηση, προπαρασκευαστική επιτροπή
準
- 01 ημι-
- 02 αντιστοιχώ
- 03 ανάλογος
- 04 συμμορφώνομαι
- 05 μιμούμαι