147 αποτελέσματα για «焼»

焼け野 やけの

ουσιαστικό

  1. 01 καμένη έκταση
焼入れ やきいれ

ουσιαστικό

  1. 01 απόσβεση, σκλήρυνση, ανόπτηση
焼け失せる やけうせる

ρήμα

  1. 01 καίγομαι ολοσχερώς, πυρπολούμαι τελείως
焼き締め やきしめ

ουσιαστικό

  1. 01 γιακισίμε κεραμικά, κεραμικά υψηλής όπτησης χωρίς εφυάλωση
焼土 しょうど

ουσιαστικό

  1. 01 καμένη γη, π.χ. για αποστείρωση και μετατροπή λιπάσματος
焼き石 やきいし

ουσιαστικό

  1. 01 πυρακτωμένη πέτρα
焼きドーナツ やきドーナツ

ουσιαστικό

  1. 01 ντόνατ ψημένο στο φούρνο
焼き型 やきがた

ουσιαστικό

  1. 01 φόρμα ψησίματος, ταψί
焼き味噌 やきみそ

ουσιαστικό

  1. 01 ψητή πάστα σόγιας (μίσο)
焼損 しょうそん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φθορά από φωτιά
焼き牡蠣 やきがき

ουσιαστικό

  1. 01 στρείδια ψημένα στο κέλυφος
焼失を免れる しょうしつをまぬかれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διασώζομαι από πυρκαγιά
焼香台 しょうこうだい

ουσιαστικό

  1. 01 βωμός, βάση ή τραπέζι για την καύση θυμιάματος
焼き付き やきつき

ουσιαστικό

  1. 01 κάψιμο (στην οθόνη), είδωλο
  2. 02 κόλλημα (εμβόλου, ρουλεμάν κ.λπ.), εμπλοκή
焼け山 やけやま

ουσιαστικό

  1. 01 καμένο βουνό, ανενεργό ηφαίστειο
焼き金 やきがね

ουσιαστικό

  1. 01 πυρωμένο σίδερο για σφράγιση
焼き小籠包 やきショーロンポー

ουσιαστικό

  1. 01 γιακι-σορονπο, είδος μικρού, τηγανητού ψωμιού ατμού με γέμιση χοιρινού
焼きハマグリ やきはまぐり

ουσιαστικό

  1. 01 ψημένο κυδώνι, ψητό αχιβάδι
焼付け やきつけ

ουσιαστικό

  1. 01 εκτύπωση (π.χ. φωτογραφιών)
  2. 02 υάλωση, εμαγιέ, ψήσιμο
焼き窯 やきがま

ουσιαστικό

  1. 01 φούρνος, καμίνι