141 αποτελέσματα για «片»

片肌脱ぐ かたはだぬぐ

άλλο, ρήμα

  1. 01 βοηθώ, συντρέχω
  2. 02 βγάζω τον έναν ώμο έξω από το ρούχο
片息 かたいき

ουσιαστικό

  1. 01 δύσπνοια, βαριά αναπνοή, λαχάνιασμα
片言英語 かたことえいご

ουσιαστικό

  1. 01 σπαστά αγγλικά, διστακτικά αγγλικά
片棒担ぎ かたぼうかつぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συμμετοχή (σε έγκλημα)
  2. 02 συνεργός (σε έγκλημα)
片端 かたわ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ανάπηρος, παραμορφωμένος
  2. 02 ατελής, ελλιπής
  3. 03 μονός τροχός
片言隻語 へんげんせきご

ουσιαστικό

  1. 01 ούτε καν λίγες λέξεις, ελάχιστα λόγια
片山里 かたやまざと

ουσιαστικό

  1. 01 απομονωμένο ορεινό χωριό
片手桶 かたておけ

ουσιαστικό

  1. 01 κουβάς με μία λαβή
片側通行 かたがわつうこう

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλοφορία από τη μία πλευρά, μονόδρομη κυκλοφορία
片岸 かたぎし

ουσιαστικό

  1. 01 η μία όχθη (ποταμού)
片利共生 へんりきょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 συμβίωση, συνευρετισμός
片流れ かたながれ

ουσιαστικό

  1. 01 μονόριπτη, μονοκλινής στέγη
片前 かたまえ

ουσιαστικό

  1. 01 σταυρωτός με μία σειρά κουμπιών (για σακάκι κ.λπ.)
片月見 かたつきみ

ουσιαστικό

  1. 01 παρατήρηση της σελήνης είτε τη νύχτα της δέκατης πέμπτης ημέρας του όγδοου μήνα του σεληνιακού ημερολογίου είτε τη νύχτα της δέκατης τρίτης ημέρας του ένατου μήνα του σεληνιακού ημερολογίου, αλλά όχι και τις δύο νύχτες
片方向通信 かたほうこうつうしん

ουσιαστικό

  1. 01 μονόδρομη επικοινωνία
片肺飛行 かたはいひこう

ουσιαστικό

  1. 01 πτήση με έναν κινητήρα
片持ち かたもち

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβολος
片持ち梁 かたもちばり

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβολος
片肌脱 かたはだぬぎ

ουσιαστικό

  1. 01 έκθεση του ενός ώμου (για παράδειγμα επειδή έχει λυθεί το μανίκι του κιμονό)
片辺 かたほとり

ουσιαστικό

  1. 01 γωνιά, απομακρυσμένη εξοχική περιοχή