286 αποτελέσματα για «物»
物扱い ものあつかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αντιμετώπιση κάποιου σαν αντικείμενο
物は言いよう ものはいいよう
άλλο
- 01 η σημασία έγκειται στον τρόπο που διατυπώνεις κάτι, το πώς τα λες μετράει περισσότερο από το τι λες
物持ち ものもち
ουσιαστικό
- 01 πλούσιος, εύπορο πρόσωπο
- 02 προσεκτικός στη χρήση αντικειμένων, αυτός που συντηρεί τα πράγματα για μεγάλο χρονικό διάστημα και τα φροντίζει
物入り ものいり
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 έξοδα
- 02 δαπανηρός, ακριβός
物問いたげ ものといたげ
επίθετο
- 01 περιεργαστικός, ερωτηματικός, διερευνητικός
物見台 ものみだい
ουσιαστικό
- 01 παρατηρητήριο, πλατφόρμα θέασης
物質界 ぶっしつかい
ουσιαστικό
- 01 υλικός κόσμος
物の数ではない もののかずではない
άλλο
- 01 ασήμαντος, επουσιώδης, χωρίς ιδιαίτερη σημασία, δεν αποτελεί πρόβλημα
物見櫓 ものみやぐら
ουσιαστικό
- 01 παρατηρητήριο, πύργος ελέγχου, σκοπιά
物腰の柔らかい ものごしのやわらかい
άλλο, επίθετο
- 01 ευγενικός
物ともしない ものともしない
άλλο, επίθετο
- 01 δεν λογαριάζω, αψηφώ, δεν πτοούμαι από, περιφρονώ, αψηφώ (κίνδυνο ή δυσκολία), δεν δίνω καμία σημασία σε
物議 ぶつぎ N1
ουσιαστικό
- 01 δημόσια συζήτηση, δημόσια κριτική, αντιπαράθεση
物議を醸す ぶつぎをかもす
άλλο, ρήμα
- 01 προκαλώ αντιπαράθεση, είμαι αμφιλεγόμενος, εγείρω κριτική, προκαλώ θύελλα αντιδράσεων, δημιουργώ αναστάτωση
物影 ものかげ
ουσιαστικό
- 01 μορφή, σχήμα, σιλουέτα
物笑いの種 ものわらいのたね
άλλο, ουσιαστικό
- 01 περίγελος, αντικείμενο χλευασμού
物自体 ものじたい
ουσιαστικό
- 01 το ίδιο το πράγμα
- 02 πράγμα καθεαυτό (στον καντιανισμό)
物干し台 ものほしだい
ουσιαστικό
- 01 βάση απλώματος ρούχων, χώρος για το στέγνωμα των ρούχων
物思わしい ものおもわしい
επίθετο
- 01 συλλογισμένος, σκεπτικός, νοσταλγικός
物の道理 もののどうり
ουσιαστικό
- 01 η φύση των πραγμάτων
物分かりが良い ものわかりがいい
άλλο, επίθετο
- 01 συνετός, διορατικός, γρήγορος στην αντίληψη, κατανοητικός, συμπονετικός