395 αποτελέσματα για «特»
特需 とくじゅ
ουσιαστικό
- 01 έκτακτη ζήτηση, ειδική προμήθεια (ιδίως σε περίοδο πολέμου)
特別報酬 とくべつほうしゅう
ουσιαστικό
- 01 ειδική αμοιβή
特盛 とくもり
ουσιαστικό
- 01 πολύ μεγάλη μερίδα, επιπλέον μέγεθος σερβιρίσματος
特別番組 とくべつばんぐみ
ουσιαστικό
- 01 ειδική εκπομπή, έκτακτο πρόγραμμα
特売品 とくばいひん
ουσιαστικό
- 01 προϊόντα σε προσφορά
特待 とくたい
ουσιαστικό
- 01 ειδική μεταχείριση, προτεραιότητα
特集号 とくしゅうごう
ουσιαστικό
- 01 ειδικό τεύχος
特高 とっこう
ουσιαστικό
- 01 ειδική ανώτερη αστυνομία (1911-1945), αστυνομική μονάδα ελέγχου της πολιτικής σκέψης και έκφρασης
特殊事情 とくしゅじじょう
ουσιαστικό
- 01 ειδικές συνθήκες
特別措置 とくべつそち
ουσιαστικό
- 01 ειδικό μέτρο, ειδικά μέτρα
特別価格 とくべつかかく
ουσιαστικό
- 01 τιμή έκπτωσης, ειδική τιμή προσφοράς
特例措置 とくれいそち
ουσιαστικό
- 01 κατ' εξαίρεση μέτρα, μέτρα για εξαιρετικές περιπτώσεις, προνομιακό μέτρο
特赦 とくしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ειδική χάρη, αμνηστία
特別委員会 とくべついいんかい
ουσιαστικό
- 01 ειδική επιτροπή, ad hoc επιτροπή
特設会場 とくせつかいじょう
ουσιαστικό
- 01 ειδικά διαμορφωμένος χώρος (π.χ. αίθουσα, κτίριο) για μια εκδήλωση κ.λπ.
特別警戒 とくべつけいかい
ουσιαστικό
- 01 ειδικά προληπτικά μέτρα, ειδική επιφυλακή
特異的 とくいてき
επίθετο
- 01 συγκεκριμένος, ειδικός
特種 とくしゅ
ουσιαστικό
- 01 ιδιαίτερο είδος
特許権 とっきょけん
ουσιαστικό
- 01 δικαιώματα ευρεσιτεχνίας
特装 とくそう
ουσιαστικό
- 01 ειδικά εξοπλισμένος, προσαρμοσμένος