102 αποτελέσματα για «玉»

玉敷き たましき

ουσιαστικό

  1. 01 πανέμορφος (σαν να είναι στολισμένος με κοσμήματα)
玉敷沙蚕 たましきごかい

ουσιαστικό

  1. 01 ταμασίκι-γκοκάι (είδος αρένικολας)
玉藍 たまあい

ουσιαστικό

  1. 01 μπάλα από αποξηραμένα, αλεσμένα και ζυμωμένα φύλλα του φυτού persicaria tinctoria
玉形弁 たまがたべん

ουσιαστικό

  1. 01 σφαιρική βαλβίδα, βαλβίδα τύπου σφαίρας, βαλβίδα διακοπής
玉蕗 たまぶき

ουσιαστικό

  1. 01 ταμαμπούκι, είδος φυτού της οικογένειας Asteraceae (ποικιλία του ινδικού πλαντάνου)
玉羊歯 たましだ

ουσιαστικό

  1. 01 νεφρολεπίς η καρδιόφυλλη (Nephrolepis cordifolia)
玉苗 たまなえ

ουσιαστικό

  1. 01 φυτόρυζο, δενδρύλλιο ρυζιού
玉依姫 たまよりひめ

ουσιαστικό

  1. 01 Ταμαγιόρι-χίμε (θεότητα, μητέρα του αυτοκράτορα Τζίνμου)
玉突き台 たまつきだい

ουσιαστικό

  1. 01 τραπέζι μπιλιάρδου
玉ヒュン たまヒュン

ουσιαστικό

  1. 01 σφίξιμο των όρχεων (για παράδειγμα, όταν κατεβαίνεις απότομα με τρενάκι του λούνα παρκ)
玉輪 ぎょくりん

ουσιαστικό

  1. 01 φεγγάρι
玉丼 たまどん

ουσιαστικό

  1. 01 ταμαντόν, μπολ με ρύζι που γαρνίρεται με αυγό
玉黍 たまきび

ουσιαστικό

  1. 01 καλαμπόκι (Zea mays)
  2. 02 θαλάσσιο σαλιγκάρι (Littorina brevicula)
玉袋 たまぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 όσχεο, όρχεις
玉水 たまみず

ουσιαστικό

  1. 01 σταγόνες βροχής
  2. 02 καθαρό νερό
玉滴石 ぎょくてきせき

ουσιαστικό

  1. 01 υαλίτης, υδατοπόπαλος, γυαλί του Μίλερ
玉磨かざれば光なし たまみがかざればひかりなし

άλλο

  1. 01 η επιτυχία δεν έρχεται μόνο από το ταλέντο, ένας ακατέργαστος πολύτιμος λίθος δεν λάμπει
玉簾 たますだれ

ουσιαστικό

  1. 01 λευκό κρινάκι (Zephyranthes candida), λευκό κρίνο της βροχής
  2. 02 χάντρες κρεμασμένες σε σειρά που σχηματίζουν παραπέτασμα σε θύρα, κουρτίνα από χάντρες
玉散る たまちる

ρήμα

  1. 01 σκορπίζω σαν χάντρες, εκτινάσσομαι σε σταγόνες (π.χ. ιδρώτας, νερό)
  2. 02 αστράφτω, λάμπω έντονα (ειδικά για λεπίδα σπαθιού)
玉毛 たまげ

ουσιαστικό

  1. 01 τρίχα για πινέλο καλλιγραφίας (ιδιαίτερα από γάτα)
  2. 02 τρίχα οσχέου, τριχοφυΐα των όρχεων