154 αποτελέσματα για «産»

産業組織 さんぎょうそしき

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανική οργάνωση
産炭 さんたん

ουσιαστικό

  1. 01 ανθρακωρυχεία
産業組合主義 さんぎょうくみあいしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συντεχνιακός σοσιαλισμός
産す さんす

ρήμα

  1. 01 γεννώ (παιδί), γεννιέμαι
  2. 02 παράγω, αποδίδω, παράγομαι, αποδίδομαι
産業廃棄物処理施設 さんぎょうはいきぶつしょりしせつ

ουσιαστικό

  1. 01 εγκατάσταση επεξεργασίας βιομηχανικών αποβλήτων
産金 さんきん

ουσιαστικό

  1. 01 εξόρυξη χρυσού
産官学 さんかんがく

άλλο

  1. 01 βιομηχανία, κυβέρνηση και ακαδημαϊκή κοινότητα
産米 さんまい

ουσιαστικό

  1. 01 παραγόμενο ρύζι
産別 さんべつ

ουσιαστικό

  1. 01 κλαδική συνδικαλιστική οργάνωση
産出高 さんしゅつだか

ουσιαστικό

  1. 01 ποσότητα παραγωγής, απόδοση
産業能率大学 さんぎょうのうりつだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Σάννο
産後鬱 さんごうつ

ουσιαστικό

  1. 01 επιλόχειος κατάθλιψη
産業予備軍 さんぎょうよびぐん

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανικός εφεδρικός στρατός
  2. 02 στρατιές ανέργων
産駒 さんく

ουσιαστικό

  1. 01 απόγονος αλόγου
産婆術 さんばじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 μαιευτική (η σοκρατική μέθοδος αποκάλυψης της αλήθειας μέσω ερωταποκρίσεων)
産業競争力会議 さんぎょうきょうそうりょくかいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συμβούλιο ανταγωνιστικότητας, συμβούλιο για τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα
産学協同体 さんがくきょうどうたい

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευτικό και βιομηχανικό σύμπλεγμα
産量 さんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 παραγωγή, ποσότητα παραγωγής
産学官 さんがくかん

ουσιαστικό

  1. 01 συνεργασία βιομηχανίας-ακαδημίας-κυβέρνησης
産業動物 さんぎょうどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ζώα εκτροφής, αγροτικά ζώα