93 αποτελέσματα για «用»
用紙送り ようしおくり
ουσιαστικό
- 01 προώθηση χαρτιού
用不用説 ようふようせつ
ουσιαστικό
- 01 λαμαρκιανή εξελικτική θεωρία σύμφωνα με την οποία τα άτομα χάνουν χαρακτηριστικά που δεν χρησιμοποιούν και αναπτύσσουν χαρακτηριστικά που χρησιμοποιούν συχνά
用語の抽出 ようごのちゅうしゅつ
ουσιαστικό
- 01 εξαγωγή όρων
用紙スタッカー ようしスタッカー
ουσιαστικό
- 01 στοιβαχτής εντύπων (διάταξη για τη στοίβαξη χαρτιού)
用紙トレイ ようしトレイ
ουσιαστικό
- 01 δίσκος χαρτιού
用紙速送り ようしはやおくり
ουσιαστικό
- 01 γρήγορη προώθηση χαρτιού, ταχεία μετακίνηση χαρτιού
用具教科 ようぐきょうか
ουσιαστικό
- 01 αντικείμενο χρήσης εργαλείων (εκπαιδευτικό μάθημα)
用後 ようご
ουσιαστικό
- 01 μετά τη χρήση
用紙枠 ようしわく
ουσιαστικό
- 01 περιθώριο αρχειοθέτησης (σε τεχνικό σχέδιο)
用具室 ようぐしつ
ουσιαστικό
- 01 αποθήκη εργαλείων, αποθήκη εξοπλισμού
用途多彩 ようとたさい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 πολυδιάστατος, πολυμορφικός
- 02 πολλαπλών χρήσεων
用尺 ようじゃく
ουσιαστικό
- 01 αναγκαίο μήκος υφάσματος (για την κατασκευή ενδύματος)
用
- 01 χρησιμοποιώ
- 02 δουλειά, υπόθεση
- 03 υπηρεσία, εξυπηρέτηση
- 04 χρησιμοποιώ
- 05 χρησιμοποιώ, απασχολώ