97 αποτελέσματα για «田»

田鰻 たうなぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ασιατικό χέλι του βάλτου (Monopterus albus)
田芥 たがらし

ουσιαστικό

  1. 01 βατράχιο το κακόηθες (Ranunculus sceleratus), αγριοσέλινο
  2. 02 καρδαμίνη η εύκαμπτος (Cardamine flexuosa), πικροκάρδαμο
田代芋 たしろいも

ουσιαστικό

  1. 01 τάκκα (οποιοδήποτε φυτό της οικογένειας τακκοειδών)
田荘 たどころ

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιεργήσιμη γη
  2. 02 ιδιωτικά αγροτικά κτήματα πριν από τη μεταρρύθμιση Τάικα
田守 たもり

ουσιαστικό

  1. 01 προστασία ορυζώνα, επιτήρηση αγρού, φύλακας ορυζώνα
田鼠化して鶉となる でんそかしてうずらとなる

άλλο

  1. 01 η εποχή κατά την οποία οι τυφλοπόντικες μεταμορφώνονται σε ορτύκια (το δεύτερο κλίμα του τρίτου μήνα)
田舎間 いなかま

ουσιαστικό

  1. 01 πρότυπο μέτρησης για την απόσταση μεταξύ των υποστυλωμάτων στην ανατολική Ιαπωνία (περίπου 182 εκατοστά)
  2. 02 ψάθα τατάμι μεγέθους Κάντο (περίπου 176 εκατοστά επί 88 εκατοστά)
田字草 でんじそう

ουσιαστικό

  1. 01 ντεντζισό (ευρωπαϊκό μαρσίλια, τετράφυλλο τριφύλλι του νερού)
田中上奏文 たなかじょうそうぶん

ουσιαστικό

  1. 01 Υπόμνημα του Τανάκα (έγγραφο, περ. 1927)
田図 でんず

ουσιαστικό

  1. 01 χάρτης αγροτικών περιοχών, ορυζώνων κ.λπ. (περίοδος Ριτσουριό)
田園住居地域 でんえんじゅうきょちいき

ουσιαστικό

  1. 01 ζώνη αγροτικής κατοικίας
田吾作 たごさく

ουσιαστικό

  1. 01 γεωργός, χωριάτης, επαρχιώτης, αγρότης
田植機 たうえき

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανή μεταφύτευσης ρυζιού, μεταφυτευτική μηχανή ρυζιού
田下駄 たげた

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινα τσόκαρα για εργασία στους ορυζώνες
田芋 たいも

ουσιαστικό

  1. 01 ποικιλία κολοκάσι που καλλιεργείται σε ορυζώνες
田園調布学園大学 でんえんちょうふがくえんだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Ντενέν Τσοφού
  1. 01 ρυζώνας
  2. 02 ρυζώνας