123 αποτελέσματα για «画»
画心 がしん
ουσιαστικό
- 01 καλλιτεχνικό ένστικτο
画調 がちょう
ουσιαστικό
- 01 υφολογική απόδοση εικόνας
画譜 がふ
ουσιαστικό
- 01 λεύκωμα με εικόνες (πίνακες, σχέδια)
- 02 βιβλίο σχετικά με τις τεχνικές και τη θεωρία της ζωγραφικής
画一主義 かくいつしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 τυποποίηση, ομοιομορφία
画面共有 がめんきょうゆう
ουσιαστικό
- 01 κοινή χρήση οθόνης
画学紙 ががくし
ουσιαστικό
- 01 χαρτί σχεδίου
画一思考 かくいつしこう
ουσιαστικό
- 01 ομοιομορφία σκέψης, ομοιόμορφη σκέψη
画讃 がさん
ουσιαστικό
- 01 επεξηγηματικό κείμενο πάνω σε πίνακα, επιγραφή (θρύλος, γραφή) σε ζωγραφικό έργο
画蛇添足 がだてんそく
ουσιαστικό
- 01 προσθήκη περιττού στοιχείου, περιττή προσθήκη (σαν να ζωγραφίζεις πόδια σε φίδι)
画舫 がぼう
ουσιαστικό
- 01 πλουσιοπάροχα διακοσμημένη βάρκα αναψυχής
画像パターン認識 がぞうパターンにんしき
ουσιαστικό
- 01 αναγνώριση εικονογραφικού προτύπου
画談 がだん
ουσιαστικό
- 01 συζητήσεις για την τέχνη και τη ζωγραφική
画手 がしゅ
ουσιαστικό
- 01 ζωγράφος, καλλιτέχνης
画意 がい
ουσιαστικό
- 01 σημασία μιας εικόνας
画障 がしょう
ουσιαστικό
- 01 ζωγραφισμένες χάρτινες συρόμενες πόρτες
画像処理装置 がぞうしょりそうち
ουσιαστικό
- 01 εξοπλισμός επεξεργασίας εικόνας
画引 かくびき
ουσιαστικό
- 01 ταξινομημένος κατά αριθμό γραμμών
画眉 がび
ουσιαστικό
- 01 βάψιμο φρυδιών με μολύβι
画法幾何学 がほうきかがく
ουσιαστικό
- 01 παραστατική γεωμετρία
画素間隔 がそかんかく
ουσιαστικό
- 01 διάστημα εικονοστοιχείων