128 αποτελέσματα για «病»
病妻 びょうさい
ουσιαστικό
- 01 ασθενής σύζυγος
病友 びょうゆう
ουσιαστικό
- 01 ασθενής φίλος, συνοδοιπόρος σε ασθένεια
病が篤い やまいがあつい
άλλο, επίθετο
- 01 βαριά άρρωστος
病膏肓に入る やまいこうこうにいる
άλλο, ρήμα
- 01 βαριά άρρωστος, προσβάλλομαι από ανίατη ασθένεια
- 02 γίνομαι δέσμιος μιας συνήθειας
病原性大腸菌 びょうげんせいだいちょうきん
ουσιαστικό
- 01 παθογόνο κολοβακτηρίδιο (δηλαδή Escherichia coli O157:H7)
病床日誌 びょうしょうにっし
ουσιαστικό
- 01 καθημερινή καταγραφή της κατάστασης ενός ασθενούς, ημερολόγιο που γράφεται κατά τη διάρκεια παραμονής στο κρεβάτι λόγω ασθένειας
病態生理学 びょうたいせいりがく
ουσιαστικό
- 01 παθοφυσιολογία
病馬 びょうば
ουσιαστικό
- 01 άρρωστο άλογο
病徴 びょうちょう
ουσιαστικό
- 01 σύμπτωμα
病者の塗油 びょうしゃのとゆ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ευχέλαιο
病難 びょうなん
ουσιαστικό
- 01 υποφέρω από ασθένεια
病原微生物 びょうげんびせいぶつ
ουσιαστικό
- 01 παθογόνος μικροοργανισμός
病は口より入り禍は口より出ず やまいはくちよりいりわざわいはくちよりいず
άλλο, ρήμα
- 01 να προσέχεις τι λες και τι τρως, η αρρώστια μπαίνει από το στόμα, οι συμφορές βγαίνουν από το στόμα
病理生理学 びょうりせいりがく
ουσιαστικό
- 01 παθοφυσιολογία
病中吟 びょうちゅうぎん
ουσιαστικό
- 01 ποιήματα γραμμένα κατά τη διάρκεια της ασθένειας
病休 びょうきゅう
ουσιαστικό
- 01 αναρρωτική άδεια
病蓐 びょうじょく
ουσιαστικό
- 01 κλίνη ασθενούς
病垂れ やまいだれ
ουσιαστικό
- 01 ριζικό της ασθένειας (στο ιαπωνικό σύστημα γραφής)
病み惚ける やみほうける
ρήμα
- 01 καταντώ ανήμπορος λόγω ασθένειας, γίνομαι σωματικά εξασθενημένος από ασθένεια
病気に託けて びょうきにかこつけて
άλλο
- 01 με το πρόσχημα της ασθένειας