318 αποτελέσματα για «発»

発色 はっしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χρωματισμός, ανάπτυξη χρώματος, παραγωγή χρώματος
発信元 はっしんもと

ουσιαστικό

  1. 01 αποστολέας, πηγή εκπομπής
発煙筒 はつえんとう

ουσιαστικό

  1. 01 καπνογόνο, πυρσός καπνού
発動機 はつどうき

ουσιαστικό

  1. 01 κινητήρας
発生率 はっせいりつ

ουσιαστικό

  1. 01 συχνότητα, ποσοστό εμφάνισης
発行所 はっこうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 εκδοτικός οίκος, εκδοτικό γραφείο
発禁 はっきん

ουσιαστικό

  1. 01 απαγόρευση πώλησης
発効 はっこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έναρξη ισχύος
発明者 はつめいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εφευρέτης
発光体 はっこうたい

ουσιαστικό

  1. 01 φωτεινό σώμα
発火装置 はっかそうち

ουσιαστικό

  1. 01 εμπρηστικός μηχανισμός
発泡酒 はっぽうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 χαποσού, κατηγορία μπίρας με χαμηλή περιεκτικότητα σε βύνη
  2. 02 αφρώδης οίνος, αφρώδες οινοπνευματώδες ποτό, αφρώδες αλκοόλ
発売中 はつばいちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 διαθέσιμο προς πώληση, κυκλοφορεί στην αγορά
発刊 はっかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκδοση, δημοσίευση, κυκλοφορία (εντύπου)
発条 はつじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ελατήριο (μηχανισμός)
発行部数 はっこうぶすう

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλοφορία (εφημερίδας, περιοδικού κ.λπ.), αριθμός αντιτύπων που πωλούνται
発展途上国 はってんとじょうこく

ουσιαστικό

  1. 01 αναπτυσσόμενη χώρα
発艦 はっかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απονήωση αεροσκάφους από πολεμικό πλοίο
発議 はつぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόταση, εισήγηση, αίτημα, πρωτοβουλία
発泡 はっぽう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφρισμός, αφρώδης