83 αποτελέσματα για «登»

登録原票 とうろくげんぴょう

ουσιαστικό

  1. 01 δελτίο εγγραφής (αλλοδαπού)
登山研修所 とざんけんしゅうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 Ινστιτούτο Εκπαίδευσης Ορειβασίας Τοζάν Κενσούτζο
  1. 01 ανεβαίνω
  2. 02 ανεβαίνω, σκαρφαλώνω