456 αποτελέσματα για «白»

白髭 しろひげ

ουσιαστικό

  1. 01 γκρίζο μουστάκι
  2. 02 άσπρη γενειάδα
白組 しろぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 λευκή ομάδα
白飯 はくはん

ουσιαστικό

  1. 01 μαγειρεμένο λευκό ρύζι
白砂 はくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 λευκή άμμος
白砂 しらす

ουσιαστικό

  1. 01 σιράσου, λευκό ελαφρόπετρωδες έδαφος της νότιας Κιούσου
白無垢 しろむく

ουσιαστικό

  1. 01 λευκό κιμονό
白鯨 はくげい

ουσιαστικό

  1. 01 Μόμπι Ντικ (μυθιστόρημα του 1851 από τον Χέρμαν Μέλβιλ)
白鯨 しろくじら

ουσιαστικό

  1. 01 λευκή φάλαινα
  2. 02 μουστάκια γκρίζας φάλαινας (χρησιμοποιούνται στη χειροτεχνία)
白魔 はくま

ουσιαστικό

  1. 01 πυκνή χιονόπτωση
  2. 02 λευκός δαίμονας
白兎 しろうさぎ

ουσιαστικό

  1. 01 λευκό κουνέλι
白骨死体 はっこつしたい

ουσιαστικό

  1. 01 σκελετικά λείψανα, ξηρά οστά πτώματος, ανθρώπινος σκελετός
白面 はくめん

ουσιαστικό

  1. 01 ωχρός, χλωμός, ανοιχτόχρωμος, λευκός
  2. 02 άπειρος, ανώριμος, αδέξιος
  3. 03 πρόσωπο χωρίς μακιγιάζ
白兵 はくへい

ουσιαστικό

  1. 01 γυμνό σπαθί
白球 はっきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 λευκή μπάλα (του μπέιζμπολ, μπάλα του γκολφ κ.λπ.)
白桃 はくとう

ουσιαστικό

  1. 01 λευκό ροδάκινο
白い物 しろいもの

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κάτι λευκό, χιόνι, γκρίζα μαλλιά
白墨 はくぼく

ουσιαστικό

  1. 01 κιμωλία
白子 しらこ

ουσιαστικό

  1. 01 μαλακός ιχθυογονός, σπέρμα ψαριού
  2. 02 αλμπίνος
白星 しろぼし

ουσιαστικό

  1. 01 λευκός κύκλος, λευκό αστέρι
  2. 02 σημάδι νίκης, νίκη
白浜 しらはま

ουσιαστικό

  1. 01 λευκή αμμώδης παραλία