145 αποτελέσματα για «百»
百行 ひゃっこう
ουσιαστικό
- 01 όλες οι πράξεις
百川 ひゃくせん
ουσιαστικό
- 01 εκατό ποτάμια, πολλά ποτάμια, όλα τα ποτάμια
百貨 ひゃっか
ουσιαστικό
- 01 όλα τα είδη εμπορευμάτων
百家争鳴 ひゃっかそうめい
ουσιαστικό
- 01 άφθονη ανταλλαγή απόψεων, ελεύθερη συζήτηση ιδεών (κυριολεκτικά: ας αφήσουμε εκατό σχολές σκέψης να ανταγωνιστούν)
百八煩悩 ひゃくはちぼんのう
ουσιαστικό
- 01 οι 108 κλέσα, τα 108 πάθη
百卒長 ひゃくそつちょう
ουσιαστικό
- 01 εκατόνταρχος
百条委員会 ひゃくじょういいんかい
ουσιαστικό
- 01 εξεταστική επιτροπή τοπικού συμβουλίου (βάσει του άρθρου 100 του νόμου περί τοπικής αυτοδιοίκησης)
百貨店協会 ひゃっかてんきょうかい
ουσιαστικό
- 01 ένωση πολυκαταστημάτων
百色眼鏡 ひゃくいろめがね
ουσιαστικό
- 01 καλειδοσκόπιο
百穴 ひゃっけつ
ουσιαστικό
- 01 συστάδα τάφων της περιόδου Κοφούν
百度参り ひゃくどまいり
ουσιαστικό
- 01 χιακουντομαϊρί, η τελετουργική επίσκεψη σε ναό εκατό φορές πηγαινοερχόμενος, προσευχόμενος κάθε φορά
- 02 επανειλημμένη επίσκεψη σε έναν χώρο (για την υποβολή ενός αιτήματος)
百舌の速贄 もずのはやにえ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 θηρεύματα του αετομάχου που ανασκολοπίζονται σε κλαδιά, αγκάθια κ.λπ. για μεταγενέστερη κατανάλωση
百折不撓 ひゃくせつふとう
ουσιαστικό
- 01 ακαταβλητότητα, αδυναμία υποχώρησης (παρά τις δυσκολίες)
百態 ひゃくたい
ουσιαστικό
- 01 ποικίλες μορφές, διάφορες όψεις
百人百様 ひゃくにんひゃくよう
άλλο
- 01 εκατό άνθρωποι, εκατό γνώμες, ο καθένας με τον τρόπο του, χρειάζεται κάθε λογής άνθρωπος για να γίνει ο κόσμος
百年祭 ひゃくねんさい
ουσιαστικό
- 01 εκατονταετηρίδα, εορτασμός εκατονταετίας
百芸 ひゃくげい
ουσιαστικό
- 01 πολυτεχνίτης, άνθρωπος που γνωρίζει πολλές τέχνες
百千鳥 ももちどり
ουσιαστικό
- 01 πολλά πουλιά, διάφορα είδη πουλιών
- 02 χαραδριός
- 03 ιαπωνικός τριλιστής, αηδόνι της Ιαπωνίας
百日鬘 ひゃくにちかずら
ουσιαστικό
- 01 μακριά περούκα που χρησιμοποιείται στο καμπούκι (χρησιμοποιείται μεταφορικά για να αναφερθεί σε πυκνή βλάστηση)
百分比 ひゃくぶんひ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό