96 αποτελέσματα για «眼»

眼内圧 がんないあつ

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοφθάλμια πίεση
眼内 がんない

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοφθάλμιος
眼杯 がんぱい

ουσιαστικό

  1. 01 οπτικό κύπελλο, οφθαλμικό κύπελλο
眼内レンズ がんないレンズ

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοφακός
眼鏡クリーナー メガネクリーナー

ουσιαστικό

  1. 01 καθαριστικό γυαλιών, μαντηλάκια καθαρισμού φακών
眼瞼炎 がんけんえん

ουσιαστικό

  1. 01 βλεφαρίτιδα, φλεγμονή του βλεφάρου
眼球突出 がんきゅうとっしゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 εξόφθαλμος, πρόπτωση οφθαλμού, προεξέχοντες οφθαλμοί
眼柄 がんぺい

ουσιαστικό

  1. 01 οφθαλμικός μίσχος
眼角動脈 がんかくどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 γωνιαία αρτηρία
眼動脈 がんどうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 οφθαλμική αρτηρία
眼瞼形成術 がんけんけいせいじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 βλεφαροπλαστική
眼形 がんけい

ουσιαστικό

  1. 01 σχήμα οφθαλμού
眼あり眼なし めありめなし

άλλο

  1. 01 πέτρες με μάτι εξοντώνουν πέτρες χωρίς μάτι
眼鏡ケース メガネケース

ουσιαστικό

  1. 01 θήκη γυαλιών
眼球運動 がんきゅううんどう

ουσιαστικό

  1. 01 οφθαλμική κίνηση, κίνηση των ματιών
  1. 01 βολβός του ματιού