128 αποτελέσματα για «短»

短軸 たんじく

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός άξονας
短期計画 たんきけいかく

ουσιαστικό

  1. 01 βραχυπρόθεσμο σχέδιο, βραχυπρόθεσμο έργο
短鎖脂肪酸 たんさしぼうさん

ουσιαστικό

  1. 01 βραχείας αλύσου λιπαρό οξύ
短腹 たんぱら

επίθετο

  1. 01 οξύθυμος, εύθικτος
短少 たんしょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 βραχύς και ανεπαρκής
短頭 たんとう

ουσιαστικό

  1. 01 βραχυκεφαλία, σύνδρομο επίπεδης κεφαλής
短期貸付 たんきかしつけ

ουσιαστικό

  1. 01 βραχυπρόθεσμο δάνειο
短日植物 たんじつしょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 φυτά μικρής ημέρας
短期手形 たんきてがた

ουσιαστικό

  1. 01 βραχυπρόθεσμη συναλλαγματική
短距離離着陸機 たんきょりりちゃくりくき

ουσιαστικό

  1. 01 αεροσκάφος βραχείας απογείωσης και προσγείωσης, αεροσκάφος STOL
短資 たんし

ουσιαστικό

  1. 01 βραχυπρόθεσμο δάνειο
短路 たんろ

ουσιαστικό

  1. 01 βραχυκύκλωμα
短母音 たんぼいん

ουσιαστικό

  1. 01 βραχύ φωνήεν
短期ローン たんきローン

ουσιαστικό

  1. 01 βραχυπρόθεσμο δάνειο
短縮アドレス呼出し たんしゅくアドレスよびだし

ουσιαστικό

  1. 01 κλήση με σύντομο αριθμό
短縮参照区切り子機能 たんしゅくさんしょうくぎりしきのう

ουσιαστικό

  1. 01 ρόλος οριοθέτη σύντομης αναφοράς
短縮参照使用宣言 たんしゅくさんしょうしようせんげん

ουσιαστικό

  1. 01 δήλωση χρήσης σύντομης αναφοράς
短縮参照集合 たんしゅくさんしょうしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 σύνολο συντομευμένων αναφορών
短縮参照対応表宣言 たんしゅくさんしょうたいおうひょうせんげん

ουσιαστικό

  1. 01 δήλωση αντιστοίχισης σύντομης αναφοράς
短縮参照列 たんしゅくさんしょうれつ

ουσιαστικό

  1. 01 σύντομη συμβολοσειρά αναφοράς