289 αποτελέσματα για «石»

石づき いしづき

ουσιαστικό

  1. 01 σιδερένια απόληξη (μπαστουνιού, ομπρέλας κ.λπ.), κάτω άκρο (λόγχης, δόρατος κ.λπ.)
  2. 02 σκληρό άκρο (του κοτσανιού ενός μανιταριού)
石灰石 せっかいせき

ουσιαστικό

  1. 01 ασβεστόλιθος
石の上にも三年 いしのうえにもさんねん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 η υπομονή φέρνει αποτελέσματα, τρία χρόνια πάνω σε μια (κρύα) πέτρα (θα κάνουν την πέτρα να ζεσταθεί)
石にかじりついても いしにかじりついても

άλλο

  1. 01 με κάθε θυσία, πάση θυσία, οπωσδήποτε
石灰化 せっかいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ασβέστωση
石油資源 せきゆしげん

ουσιαστικό

  1. 01 πετρελαϊκοί πόροι, κοιτάσματα πετρελαίου
石櫃 いしびつ

ουσιαστικό

  1. 01 λίθινη τεφροδόχος σε σχήμα κουτιού
石亀 いしがめ

ουσιαστικό

  1. 01 οποιαδήποτε χελώνα του γένους Mauremys (ειδικότερα η ιαπωνική λιμνοχελώνη, Mauremys japonica)
石火 せっか

ουσιαστικό

  1. 01 σπινθήρας από τσακμακόπετρα, αστραπιαία λάμψη
石灰質 せっかいしつ

ουσιαστικό

  1. 01 ασβεστολιθικός, κιμωλιώδης
石版画 せきばんが

ουσιαστικό

  1. 01 λιθογραφία
石にかじりついてでも いしにかじりついてでも

άλλο

  1. 01 με κάθε θυσία, ακόμα και αν χρειαστεί να τα βγάλω πέρα με τα δόντια
石狩鍋 いしかりなべ

ουσιαστικό

  1. 01 ισικάρι ναμπέ, στιφάδο σολομού, στιφάδο με σολομό και λαχανικά με βάση από μίσο και βούτυρο
石油製品 せきゆせいひん

ουσιαστικό

  1. 01 πετρελαιοειδή προϊόντα, πετροχημικά προϊόντα
石子 いしこ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή πέτρα, βότσαλο
石子 いしなご

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι με πέτρες που παίζουν τα νεαρά κορίτσια
石焼き芋 いしやきいも

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκοπατάτες ψημένες πάνω σε καυτές πέτρες ή βότσαλα
石炭殻 せきたんがら

ουσιαστικό

  1. 01 στάχτη άνθρακα
石鯛 いしだい

ουσιαστικό

  1. 01 ριγωτό ψάρι-ράμφος (Oplegnathus fasciatus)
石炭酸 せきたんさん

ουσιαστικό

  1. 01 φαινόλη, καρβολικό οξύ