119 αποτελέσματα για «破»

破鏡再び照らさず はきょうふたたびてらさず

άλλο

  1. 01 μια διαλυμένη σχέση δεν μπορεί ποτέ να αποκατασταθεί, ένα διαζευγμένο ζευγάρι δεν επανασυνδέεται ποτέ, ένας σπασμένος καθρέφτης δεν θα λάμψει ποτέ ξανά
破傷風抗毒素 はしょうふうこうどくそ

ουσιαστικό

  1. 01 αντιτοξίνη του τετάνου
破壊主義 はかいしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 καταστροφισμός
破顔大笑 はがんたいしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξεσπώ σε εγκάρδιο γέλιο
破壊分子 はかいぶんし

ουσιαστικό

  1. 01 ανατρεπτικός, ανατρεπτικό στοιχείο
破瓶 はびん

ουσιαστικό

  1. 01 θραύση φιάλης, σπασμένο μπουκάλι
破壊活動防止法 はかいかつどうぼうしほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί πρόληψης ανατρεπτικών δραστηριοτήτων
破綻国家 はたんこっか

ουσιαστικό

  1. 01 αποτυχημένο κράτος
破裂板 はれつばん

ουσιαστικό

  1. 01 δίσκος εκτόνωσης πίεσης
破壊主義者 はかいしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 καταστροφολόγος, υπέρμαχος της καταστροφής
破瓜期 はかき

ουσιαστικό

  1. 01 εφηβεία (αναφέρεται στη φάση της σεξουαλικής ωρίμανσης ενός κοριτσιού)
破題 はだい

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγωγικό τμήμα κινεζικού ποιήματος ή δοκιμίου (στο οποίο τίθεται το θέμα), εισαγωγή του θέματος ενός ποιήματος ή δοκιμίου στις εναρκτήριες γραμμές του
破傷風トキソイド はしょうふうトキソイド

ουσιαστικό

  1. 01 αντιτετανικός ορός
破産会社 はさんかいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πτωχευμένη εταιρεία
破瓜病 はかびょう

ουσιαστικό

  1. 01 εφηβική άνοια, αποδιοργανωμένη σχιζοφρένεια
破体 はたい

ουσιαστικό

  1. 01 στην καλλιγραφία, συνοπτική ή λανθασμένη μορφή χαρακτήρα, ή έργο γραμμένο με περισσότερα από ένα καλλιγραφικά στυλ
破擦音 はさつおん

ουσιαστικό

  1. 01 αφρικάτο, προστριβόμενο σύμφωνο
破ける やぶける

ρήμα

  1. 01 σκίζομαι, φθείρομαι, απογοητεύομαι, καταστρέφομαι
破砕性 はさいせい

ουσιαστικό

  1. 01 θρυμματίσιμος, σπασίμος, ευθραυστότητα
破砕性爆弾 はさいせいばくだん

ουσιαστικό

  1. 01 βόμβα διασποράς (daisy cutter)