92 αποτελέσματα για «禁»
禁パチ きんパチ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποχή από το παιχνίδι πατσίνκο, διακοπή του πατσίνκο
禁止品 きんしひん
ουσιαστικό
- 01 απαγορευμένο αντικείμενο
禁軍 きんぐん
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορική φρουρά (δυναστεία Τανγκ)
禁絶 きんぜつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλήρης απαγόρευση, καθολική απαγόρευση
禁止物 きんしぶつ
ουσιαστικό
- 01 απαγορευμένο αντικείμενο, απαγορευμένη ουσία
禁域 きんいき
ουσιαστικό
- 01 απαγορευμένη περιοχή, ζώνη αποκλεισμού
禁門 きんもん
ουσιαστικό
- 01 απαγορευμένη πύλη, αυστηρά φρουρούμενη πύλη
- 02 πύλη των αυτοκρατορικών ανακτόρων, πύλη της αυτοκρατορικής αυλής
- 03 αυτοκρατορική κατοικία
禁秘 きんぴ
ουσιαστικό
- 01 μυστικότητα, εμπιστευτικότητα
禁酒家 きんしゅか
ουσιαστικό
- 01 άτομο που απέχει από το αλκοόλ, εγκρατής, μη πότης
禁戒 きんかい
ουσιαστικό
- 01 απαγόρευση (π.χ. στον Βουδισμό), ταμπού (ειδικά θρησκευτικό ή πολιτισμικό), εντολή
禁術 きんじゅつ
ουσιαστικό
- 01 απαγορευμένη τεχνική, απαγορευμένη μαγεία, απαγορευμένη τέχνη
禁
- 01 απαγόρευση
- 02 απαγόρευση
- 03 απαγορεύω