108 αποτελέσματα για «秘»
秘記 ひき
ουσιαστικό
- 01 απόρρητα αρχεία, απόρρητο έγγραφο, μυστικές σημειώσεις
秘恋 ひれん
ουσιαστικό
- 01 κρυφός έρωτας
秘密鍵 ひみつかぎ
ουσιαστικό
- 01 ιδιωτικό κλειδί (κρυπτογραφία), μυστικό κλειδί
秘具 ひぐ
ουσιαστικό
- 01 σεξουαλικό βοήθημα
秘密録音 ひみつろくおん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ηχογράφηση χωρίς τη συγκατάθεση του συνομιλητή, κρυφή ηχογράφηση
秘密鍵暗号 ひみつかぎあんごう
ουσιαστικό
- 01 κρυπτογραφία μυστικού κλειδιού, συμμετρική κρυπτογραφία
秘書技能検定 ひしょぎのうけんてい
ουσιαστικό
- 01 επίσημη εξέταση για απόκτηση προσόντων γραμματέα
秘密鍵暗号方式 ひみつかぎあんごうほうしき
ουσιαστικό
- 01 συμμετρικό κρυπτογραφικό σύστημα
秘密漏洩罪 ひみつろうえいざい
ουσιαστικό
- 01 αδίκημα διαρροής κρατικών απορρήτων, κατηγορία αποκάλυψης πληροφοριών εθνικής ασφαλείας
秘密証書遺言 ひみつしょうしょゆいごん
ουσιαστικό
- 01 μυστική διαθήκη, διαθήκη σε σφραγισμένο φάκελο
秘密度表示 ひみつどひょうじ
ουσιαστικό
- 01 ένδειξη διαβάθμισης (απορρήτου)
秘し隠し ひしかくし
ουσιαστικό
- 01 συγκάλυψη
秘密を侵す罪 ひみつをおかすつみ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 έγκλημα παραβίασης του απορρήτου, αθέτηση εμπιστοσύνης
秘密漏示罪 ひみつろうじざい
ουσιαστικό
- 01 αδίκημα αποκάλυψης μυστικού, παραβίαση εμπιστοσύνης
秘密分散 ひみつぶんさん
ουσιαστικό
- 01 διαμοιρασμός μυστικού
秘匿特権 ひとくとっけん
ουσιαστικό
- 01 απόρρητο (π.χ. απόρρητο επικοινωνίας δικηγόρου-πελάτη)
秘匿名 ひとくめい
ουσιαστικό
- 01 κρυφό όνομα, κωδικό όνομα
秘密交通権 ひみつこうつうけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα ιδιωτικής επικοινωνίας (κρατουμένου) με δικηγόρο
秘密計算 ひみつけいさん
ουσιαστικό
- 01 ασφαλής υπολογισμός, ασφαλής υπολογιστική
秘孔 ひこう
ουσιαστικό
- 01 ζωτικό σημείο, σημείο πίεσης, περιοχή του ανθρώπινου σώματος που προκαλεί υπερφυσικό αποτέλεσμα όταν χτυπηθεί