86 αποτελέσματα για «種»
種小名 しゅしょうめい
ουσιαστικό
- 01 ειδικό επίθετο (στη διώνυμη ονοματολογία), ειδικό όνομα
種衣 しゅい
ουσιαστικό
- 01 σπερματικό κάλυμμα (αρύλιος)
種枕 しゅちん
ουσιαστικό
- 01 καρούνκιο, στρόφιο
種なしパン たねなしパン
ουσιαστικό
- 01 άζυμος άρτος
種智院大学 しゅちいんだいがく
ουσιαστικό
- 01 Σουτσιίν Νταϊγκάκου (κολέγιο)
種
- 01 είδος
- 02 είδος, γένος
- 03 τάξη, κατηγορία
- 04 ποικιλία
- 05 σπόρος