324 αποτελέσματα για «立»

立て板に水 たていたにみず

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ευγλωττία, πολυλογία, (σαν) νερό σε όρθια σανίδα
立会い たちあい

ουσιαστικό

  1. 01 παρουσία (π.χ. ενός παρατηρητή), παρατήρηση, παρατηρητής, μάρτυρας
  2. 02 συνεδρίαση (σε χρηματιστήριο)
  3. 03 έγερση από θέση σκυφτού για επίθεση, αρχική ορμή, face-off
立ち見 たちみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρακολούθηση όρθιος (π.χ. θεατρική παράσταση)
立ち消える たちぎえる

ρήμα

  1. 01 σβήνω (για φωτιά, κ.λπ.), καταλαγιάζω (πριν γίνει στάχτη)
  2. 02 ναυαγώ (για σχέδια, κ.λπ.), ατονώ, καταλήγω στο μηδέν
立ち消え たちぎえ

ουσιαστικό

  1. 01 σβήσιμο (πριν καεί τελείως), κατάσβεση
  2. 02 ναυάγιο (π.χ. ενός σχεδίου), ματαίωση, κατάληξη στο μηδέν, εξασθένιση (π.χ. μιας φήμης)
立脚 りっきゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βασίζομαι σε, στηρίζομαι σε
立案者 りつあんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 σχεδιαστής, συντάκτης, επινοητής
立て付け たてつけ

ουσιαστικό

  1. 01 εφαρμογή (π.χ. πόρτας, παραθύρου), ταίριασμα
  2. 02 διαδοχή, συνέχεια, σειρά
立体感 りったいかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση όγκου, τρισδιάστατη απεικόνιση, φωτοσκιάσεις σε σχέδιο
立ち現れる たちあらわれる

ρήμα

  1. 01 εκδηλώνομαι, φανερώνομαι
立ち食い たちぐい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φαγητό όρθιος, φαγητό σε υπαίθριο πάγκο
立太子 りったいし

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή ανακήρυξης του διαδόχου του θρόνου
立像 りつぞう

ουσιαστικό

  1. 01 όρθιο άγαλμα, όρθια απεικόνιση
立食パーティー りっしょくパーティー

ουσιαστικό

  1. 01 δεξίωση τύπου μπουφέ (όπου οι καλεσμένοι στέκονται όρθιοι)
立ち木 たちき

ουσιαστικό

  1. 01 όρθιο δέντρο, ακατέργαστη ξυλεία επί ρίζας
立憲民主党 りっけんみんしゅとう

ουσιαστικό

  1. 01 Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα της Ιαπωνίας (2017-), Ρικέν Μινσουτό
  2. 02 Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα (Ρωσία, 1905-1917)
立体駐車場 りったいちゅうしゃじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πολυώροφο πάρκινγκ, στεγασμένος χώρος στάθμευσης, γκαράζ αυτοκινήτων
  2. 02 μηχανικό σύστημα στοίβαξης αυτοκινήτων
立て膝 たてひざ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κάθομαι με το ένα γόνατο ανασηκωμένο
立身 りっしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επαγγελματική καταξίωση, επιτυχία στη ζωή
立ち泳ぎ たちおよぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ορθοπλεύση