87 αποτελέσματα για «競»

競泳者 きょうえいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κολυμβητής αγωνιστικής κολύμβησης
競技線 きょうぎせん

ουσιαστικό

  1. 01 όριο αγωνιστικού χώρου (πρβλ. καρούτα)
競争意識 きょうそういしき

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνιστικό πνεύμα, αίσθημα συναγωνισμού
競争試験 きょうそうしけん

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνιστική εξέταση, διαγωνιστική δοκιμασία
競走者 きょうそうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δρομέας, αθλητής αγώνων ταχύτητας, σπρίντερ
競合相手 きょうごうあいて

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνιστής, αντίπαλος
  1. 01 συναγωνίζομαι
  2. 02 συναγωνίζομαι, ανταγωνίζομαι
  3. 03 προσφέρω
  4. 04 πουλάω σε δημοπρασία
  5. 05 αγώνας, πάλη
  6. 06 διαγωνισμός, αγώνας
  7. 07 αγώνας, κούρσα