92 αποτελέσματα για «粗»

粗言 そげん

ουσιαστικό

  1. 01 προσβλητική λέξη, ακατάλληλη λέξη, χυδαία γλώσσα
粗面小胞体 そめんしょうほうたい

ουσιαστικό

  1. 01 αδρό ενδοπλασματικό δίκτυο, αδρό ΕΔ, κοκκιώδες ενδοπλασματικό δίκτυο
粗粒玄武岩 そりゅうげんぶがん

ουσιαστικό

  1. 01 δολερίτης, διαβάσης
粗粒 そりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 χονδρόκοκκος
粗飼料 そしりょう

ουσιαστικό

  1. 01 χονδροειδείς ζωοτροφές, ακατέργαστες ζωοτροφές
粗診粗療 そしんそりょう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 πρόχειρη ιατρική διάγνωση που οδηγεί σε πλημμελή θεραπεία
粗面岩 そめんがん

ουσιαστικό

  1. 01 τραχυτης
粗収入 そしゅうにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ακαθάριστο εισόδημα, ακαθάριστα έσοδα
粗留アルコール そりゅうアルコール

ουσιαστικό

  1. 01 ακατέργαστη αλκοόλη, αλκοόλη από χονδρική απόσταξη
粗糲 それい

ουσιαστικό

  1. 01 αναποφλοίωτο ρύζι, ακατέργαστο ρύζι
  2. 02 λιτό γεύμα με αναποφλοίωτο ρύζι
粗大運動 そだいうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 αδρή κινητική δεξιότητα, αδρή κινητική κίνηση
  1. 01 χοντρός
  2. 02 τραχύς
  3. 03 ανώμαλος