189 αποτελέσματα για «細»

細論 さいろん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λεπτομερής συζήτηση, αναλυτική εξήγηση
細胞間 さいぼうかん

ουσιαστικό

  1. 01 μεσοκυττάριος
細根 さいこん

ουσιαστικό

  1. 01 ριζίδιο
細説 さいせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λεπτομερής εξήγηση
細菌性髄膜炎 さいきんせいずいまくえん

ουσιαστικό

  1. 01 βακτηριακή μηνιγγίτιδα
細胞学 さいぼうがく

ουσιαστικό

  1. 01 κυτταρολογία
細々しい こまごましい

επίθετο

  1. 01 λεπτομερής, πολύ μικρός, ελάχιστος
  2. 02 ενοχλητικός, περίπλοκος
  3. 03 πολύ αναλυτικός, περίτεχνος
ささ

πρόθημα

  1. 01 μικρός, λιγοστός
細断 さいだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τεμαχισμός, κατακερματισμός, πολτοποίηση
細胞生物学 さいぼうせいぶつがく

ουσιαστικό

  1. 01 κυτταρική βιολογία
細孔 さいこう

ουσιαστικό

  1. 01 πόρος, μικρή κοιλότητα, διάτρηση
細胞小器官 さいぼうしょうきかん

ουσιαστικό

  1. 01 κυτταρίδιο
細氷 さいひょう

ουσιαστικό

  1. 01 παγοκρύσταλλοι, διαμαντόσκονη
細胞融合 さいぼうゆうごう

ουσιαστικό

  1. 01 κυτταρική σύντηξη
細菌性赤痢 さいきんせいせきり

ουσιαστικό

  1. 01 σιγκέλωση, βακτηριακή δυσεντερία
細粒 さいりゅう

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 λεπτόκοκκος, λεπτός κόκκος, μικροσφαίρα
細菌戦 さいきんせん

ουσιαστικό

  1. 01 βιολογικός πόλεμος, βακτηριολογικός πόλεμος, πόλεμος μικροβίων
細作り ほそづくり

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 λεπτοκαμωμένος, λιγνός, με λεπτή διάπλαση
細胞死 さいぼうし

ουσιαστικό

  1. 01 κυτταρικός θάνατος
細棹 ほそざお

ουσιαστικό

  1. 01 σαμισέν με λεπτό λαιμό