112 αποτελέσματα για «統»
統率理論 とうそつりろん
ουσιαστικό
- 01 θεωρία διοίκησης
統語 とうご
άλλο
- 01 συντακτικός
統計上 とうけいじょう
ουσιαστικό
- 01 στατιστικός
統計的仮説 とうけいてきかせつ
ουσιαστικό
- 01 στατιστική υπόθεση
統一スタンダード とういつスタンダード
ουσιαστικό
- 01 ενιαίο πρότυπο
統括名 とうかつめい
ουσιαστικό
- 01 γενικό όνομα
統計多重処理 とうけいたじゅうしょり
ουσιαστικό
- 01 στατιστική πολυπλεξία
統合ソフトウェア とうごうソフトウェア
ουσιαστικό
- 01 ολοκληρωμένο λογισμικό
統合デジタル通信網 とうごうデジタルつうしんもう
ουσιαστικό
- 01 ψηφιακό δίκτυο ενοποιημένων υπηρεσιών, ISDN
統合プログラム とうごうプログラム
ουσιαστικό
- 01 ενσωματωμένο πρόγραμμα
統合開発環境 とうごうかいはつかんきょう
ουσιαστικό
- 01 ολοκληρωμένο περιβάλλον ανάπτυξης
統合開放形ハイパメディア とうごうかいほうがたハイパメディア
ουσιαστικό
- 01 ενοποιημένο ανοικτό υπερμέσο, IOH
統合試験 とうごうしけん
ουσιαστικό
- 01 δοκιμή ολοκλήρωσης
統一科学 とういつかがく
ουσιαστικό
- 01 ενοποιημένη επιστήμη
統一公判 とういつこうはん
ουσιαστικό
- 01 συνεκδίκαση
統語的関係 とうごてきかんけい
ουσιαστικό
- 01 συνταγματική σχέση
統合関係 とうごうかんけい
ουσιαστικό
- 01 συντακτική σχέση
統辞論 とうじろん
ουσιαστικό
- 01 συντακτικό
統括運営会社 とうかつうんえいがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 εταιρεία διαχείρισης πολλαπλών συστημάτων, φορέας εκμετάλλευσης πολλών συστημάτων, MSO, πάροχος πολλαπλών συστημάτων καλωδιακής ή δορυφορικής τηλεόρασης απευθείας εκπομπής
統計的ばらつき とうけいてきばらつき
ουσιαστικό
- 01 στατιστική διασπορά, στατιστική μεταβλητότητα