86 αποτελέσματα για «緑»
緑岩 りょくがん
ουσιαστικό
- 01 πρασινόλιθος
緑被率 りょくひりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό πράσινης κάλυψης (μιας περιοχής), δείκτης πράσινης κάλυψης, φυτική κάλυψη
緑化推進環境改善協会 りょくかすいしんかんきょうかいぜんきょうかい
ουσιαστικό
- 01 Εταιρεία για την ανάπτυξη χώρων πρασίνου, sdg
緑資源機構 みどりしげんきこう
ουσιαστικό
- 01 Οργανισμός Πράσινων Πόρων (εντός του Υπουργείου Γεωργίας, Δασών και Αλιείας)
緑資源公団 みどりしげんこうだん
ουσιαστικό
- 01 Ιαπωνικός Οργανισμός Πράσινων Πόρων (πρώην Οργανισμός Πράσινων Πόρων Ιαπωνίας)
緑
- 01 πράσινος