101 αποτελέσματα για «線»

線条体 せんじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 ραβδωτό σώμα, ραβδωτό σώμα
線素 せんそ

ουσιαστικό

  1. 01 στοιχείο γραμμής
線ファスナー せんファスナー

ουσιαστικό

  1. 01 φερμουάρ
線同期 せんどうき

ουσιαστικό

  1. 01 συγχρονισμός γραμμής
線速度一定 せんそくどいってい

ουσιαστικό

  1. 01 σταθερή γραμμική ταχύτητα, CLV
線形回帰 せんけいかいき

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμική παλινδρόμηση
線形性 せんけいせい

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμικότητα
線型空間 せんけいくうかん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμικός χώρος
線形従属 せんけいじゅうぞく

επίθετο

  1. 01 γραμμικά εξαρτημένος
線維膜 せんいまく

ουσιαστικό

  1. 01 ινώδης κάψα, ινώδης χιτώνας
線形変換 せんけいへんかん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμικός μετασχηματισμός
線型作用素 せんけいさようそ

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμικός τελεστής
線形化 せんけいか

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμικοποίηση
線膨張係数 せんぼうちょうけいすう

ουσιαστικό

  1. 01 συντελεστής γραμμικής διαστολής
線膨張 せんぼうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμική διαστολή
線幅 せんはば

ουσιαστικό

  1. 01 πάχος γραμμής
線虫症 せんちゅうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 νηματωδίαση, προσβολή από νηματώδεις
線図 せんず

ουσιαστικό

  1. 01 διάγραμμα, σχεδιάγραμμα
線虫学 せんちゅうがく

ουσιαστικό

  1. 01 νηματωδολογία
線番 せんばん

ουσιαστικό

  1. 01 διατομή σύρματος