91 αποτελέσματα για «群»
群霞 むらがすみ
ουσιαστικό
- 01 μουραγκασούμι, ομίχλη που καλύπτει τα πάντα, ομίχλη που απλώνεται παντού
群作用 ぐんさよう
ουσιαστικό
- 01 ομαδική δράση
群れ飛ぶ むれとぶ
ρήμα
- 01 πετάω σε σμήνη, πετάω κατά μεγάλες ομάδες
群衆雪崩 ぐんしゅうなだれ
ουσιαστικό
- 01 κατάρρευση πλήθους
群狼 ぐんろう
ουσιαστικό
- 01 αγέλη λύκων
群読 ぐんどく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ομαδική απαγγελία, ομαδική ανάγνωση μεγαλοφώνως, χορική ανάγνωση
群馬県立女子大学 ぐんまけんりつじょしだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Γυναικών του Νομού Γκούνμα
群馬県立県民健康科学大学 ぐんまけんりつけんみんけんこうかがくだいがく
ουσιαστικό
- 01 Προεδρικό Κολλέγιο Επιστημών Υγείας του Γκούνμα
群馬医療福祉大学 ぐんまいりょうふくしだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Υγείας και Πρόνοιας του Γκούνμα
群馬県警 ぐんまけんけい
ουσιαστικό
- 01 αστυνομία νομού Γκούνμα (συντομογραφία)
群
- 01 κοπάδι
- 02 ομάδα
- 03 πλήθος
- 04 αγέλη
- 05 σμήνος
- 06 συστάδα