90 αποτελέσματα για «羽»

羽釜 はがま

ουσιαστικό

  1. 01 χυτροειδές μαγειρικό σκεύος με πλατύ χείλος για το μαγείρεμα ρυζιού
羽数 はすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός πουλιών (ιδιαίτερα πουλερικών)
羽並み はなみ

ουσιαστικό

  1. 01 πτέρωμα
羽色 はいろ

ουσιαστικό

  1. 01 χρώμα φτερώματος πουλιού, χρώμα πτερώματος
羽布 はふ

ουσιαστικό

  1. 01 ύφασμα επικάλυψης αεροσκάφους
  2. 02 τροχός στίλβωσης, δίσκος γυαλίσματος
羽休め はねやすめ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάπαυση πτερύγων (δηλαδή ένα πουλί που κάνει διάλειμμα από το πέταγμα)
羽区 うく

ουσιαστικό

  1. 01 πτεροπτέρυγα, πτεροφόρα περιοχή
羽先 はさき

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη φτερού, άκρη πτέρυγας
羽衣国際大学 はごろもこくさいだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Διεθνές Πανεπιστήμιο Χαγκορόμο
  1. 01 φτερά
  2. 02 μετρητική λέξη για πουλιά, κουνέλια