148 αποτελέσματα για «背»

背泳 はいえい

ουσιαστικό

  1. 01 ύπτιο (κολύμβηση)
背越し せごし

ουσιαστικό

  1. 01 κοπή ψαριού με μαλακά κόκαλα σε λεπτές φέτες για σασίμι
背景画像 はいけいがぞう

ουσιαστικό

  1. 01 εικόνα φόντου, στατική εικόνα
背割 せわり

ουσιαστικό

  1. 01 τεμαχίζω το ψάρι κατά μήκος της ράχης
  2. 02 σχισμή στο πίσω μέρος ενός ενδύματος
  3. 03 σχισμή σε κομμάτι ξυλείας (για την αποφυγή ρωγμών κατά την ξήρανση)
背景説明 はいけいせつめい

ουσιαστικό

  1. 01 ενημέρωση ιστορικού, εισαγωγικό ενημερωτικό σημείωμα
背痛 はいつう

ουσιαστικό

  1. 01 οσφυαλγία, πόνος στη μέση
背に腹は替えられぬ せにはらはかえられぬ

άλλο

  1. 01 για το καλό πρέπει να θυσιάσεις κάτι μικρότερο, η ανάγκη δεν γνωρίζει νόμους
背任罪 はいにんざい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάχρηση εμπιστοσύνης
背中で教える せなかでおしえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διδάσκω με το παράδειγμά μου, διδάσκω δείχνοντας, διδάσκω με τη στάση μου
背景幕 はいけいまく

ουσιαστικό

  1. 01 σκηνικό, φόντο θεατρικής σκηνής
背反行為 はいはんこうい

ουσιαστικό

  1. 01 πράξη ανυπακοής (προδοσία), παραβίαση, αθέτηση, παράβαση, καταπάτηση
背景放射 はいけいほうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υπόβαθρο ακτινοβολίας
背離 はいり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποξένωση, απομάκρυνση
背革 せがわ

ουσιαστικό

  1. 01 ράχη δερματόδετου βιβλίου
背幅 せはば

ουσιαστικό

  1. 01 πλάτος πλάτης
背負い投げを食う せおいなげをくう

άλλο, ρήμα

  1. 01 προδίδομαι απροσδόκητα, δέχομαι μαχαίρωμα στην πλάτη, εξαπατώμαι από έμπιστο πρόσωπο
背黒海蛇 せぐろうみへび

ουσιαστικό

  1. 01 σηγούρο-ουμιχέμπι (είδος θαλάσσιου φιδιού, Pelamis platura), θαλάσσιο φίδι με κίτρινη κοιλιά, πελαγίσιο θαλάσσιο φίδι
背光性 はいこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 αρνητικός φωτοτροπισμός
背負い革 しょいかわ

ουσιαστικό

  1. 01 λουρί μεταφοράς στην πλάτη
背屈 はいくつ

ουσιαστικό

  1. 01 ραχιαία κάμψη